Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Καλοκαίρια στη Νίσυρο και ο Σφακιανός


Η Νίσυρος πάλλεται από τις κωδωνοκρουσίες, αντιχαιρετίσματα στα σφυρίγματα των βαποριών. Παραμονή της Παναγιάς στην «Ηλικιωμένη», την βαθύσκιωτη πλατεία του Μανδρακίου. Εδώ είναι το βασίλειο του Σφακιανού. Του άρχοντα των 15 παιδιών, όπως γράφτηκε στην εφημερίδα «Αυγή». Το κόκκινο μαντήλι του φωτίζει τις μέρες μας και τις νύχτες γίνεται φάρος για περιπετειώδεις πλεύσεις στις ψυχές μας.
Στην αισιοδοξία των πρωινών, στη ραστώνη του μεσημεριού, στη γλύκα των απογευμάτων, στην χαρά των βραδιών και στην έκσταση των νυχτών της Νισύρου, εκεί που ο καθείς προσπαθεί να τοποθετήσει τον εαυτό του, να ορίσει τις συνιστάμενες της ζωής του, ο Σφακιανός είναι σημείο αναφοράς. Η «Ηλικιωμένη» δεν θα είναι ποτέ ίδια μετά το θάνατό του. Η απουσία του εντείνει τη μνήμη της παρουσίας του. Ποιες εικόνες του επιλέγει να ανακαλέσει η μνήμη μας; Πολλές. Πάρα πολλές. Αφαιρώντας, όμως τις λεπτομέρειες μένει η συμβολική μορφή του: γνήσια παρουσία, χωρίς ξόμπλια και φιοριτούρες, χωρίς δανεικούς τρόπους, χωρίς πρότυπα, χωρίς αυτοπροβολή, χωρίς ανησυχία για το φαίνεσθαι. Όλα αυτά τα «χωρίς» είναι ο Σφακιανός. «ΕΙΝΑΙ» ατόφιος σαν χρυσάφι.

 «Ο μερακλής ο άνθρωπος σαν το χρυσάφι μοιάζει
Και μες στη θάλασσα να μπει, ποτέ του δε σκουριάζει»
ΜΕΡΑΚΛΗΣ. Μεράκ στα τούρκικα σημαίνει περιέργεια, ανησυχία. Εδώ βρίσκεται το κλειδί για να «διαβάσουμε» τον κυρ-Γιάννη. Ανησυχία, περιέργεια, όρεξη για ζωή, που εκφράζονταν με το γνωστό του πληθωρικό τρόπο: αγάπη για τις γυναίκες, γλέντια ιδιωτικά και δημόσια, αγάπη και αφοσίωση στο τραγούδι, πιοτό, συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Είναι το είδος του ανθρώπου που κατατρώγεται σε όλη του τη ζωή από τη «μαύρη φωτιά» (καραγιαγκίνι) και προσπαθεί να τη σβήσει στις υπερβολές και στις ακρότητες. Έτσι κρίνει ο μέσος άνθρωπος τον Σφακιανό: υπερβολικό και μερικές φορές γραφικό. ΛΑΘΟΣ. Δεν έχουμε την αρετή και την τόλμη να προβάλουμε τον εσώτατο κόσμο μας, γι’ αυτό άνθρωποι σαν το Σφακιανό θα είναι πάντα ξεχωριστοί. Αυτός τολμούσε καθημερινά να υπερασπίζεται τον τρόπο του. Δε λούφαξε στην ασφάλεια του καθωσπρεπισμού.
Είμαστε τυχεροί όσοι βρεθήκαμε μαζί του έστω και για ένα βράδυ. Ο Σφακιανός μας ταξίδευε σε μέρη μαγικά, μας κρατούσε το χέρι για μια βόλτα στο «Κρανί», μας βοηθούσε να δούμε τον κόσμο με άλλον τρόπο, μας οδηγούσε στη νοσταλγία του παρελθόντος.
Τα τραγούδια του μιλούσαν σε όλους τους ονειρευτές του παρελθόντος: Κρανί, Ορσάρικος, Φθισικός, Ανταρτάκια, Ερωτόκριτος, Αριθμοί, Ο Κλέφτης, Πάρε Φραντζή τη Λύρα σου, Την άμμον άμμον πάω.
Πλούσια τα θέματα των τραγουδιών, πλούσια και η προσφορά του κυρ-Γιάννη. 
Είχα την τιμή να παραβρεθώ σε πολλά τέτοια ταξίδια και να καταγράψω λεπτομερώς εικόνες, ήχους, δίστιχα. Θυμάμαι κάθε στάση του, κάθε έκφραση των ματιών του. Ένα κόκκινο μαντήλι στο λαιμό και ένα στην τσέπη. Τα μάτια του λάμπουν όταν χαρίζει το ένα σε κάποια όμορφη γυναίκα. Θυμάμαι ένα βράδυ με τους «ΣΑΝ» στο καφενείο του Αντρίκου. Μια Κρητικοπούλα έγινε η μούσα του Σφακιανού μέχρι τα ξημερώματα και τραγούδησε γι’ αυτήν τα πιο όμορφα δίστιχα που άκουσα ποτέ.  Ήταν δεινός στιχοπλόκος. Παρήγαγε αβίαστα πλήθος μαντινάδων, ορμώμενος από οποιοδήποτε ερέθισμα.
Δεν είναι όμως σωστό να μιλώ γι’ αυτόν σαν να ήτανε ένα κομμάτι της Νισύρου. Ο Σφακιανός ήταν η ίδια η Νίσυρος με τα τραγούδια της και την παράδοσή της.

Αποχαιρέτα την, λοιπόν, τη Νίσυρο που χάνεις…


ΤΟ ΚΡΑΝΙ


Τα μάτια σου με πιάσανε
τα φρύδια σου με δέσαν

(Μ)Πάμε (μ)πάμε (μ)πάμε
πάμε στο Κρανί
δεν θ’ αγγίξω πάνω σου
μα τη Σπηλιανή

΄Αντε πάμε πάμε
πάμε ακρογιαλιά
δεν θ’ αγγίξω πάνω σου
μα την Παναγιά

Τα χέρια σου είναι φύλακες
και μέσα με κλειδώσαν

Πάμε πάμε πάμε
πάμε στο Κρανί
δε θ’ αγγίξω πάνω σου
μα τη Σπηλιανή
Τα μάτια σου είναι δυο σταυροί
Και δίπλα κοιτάνε
Θα πει πως μας εγέννησε
μια μάνα δεν θυμάμαι

Άντε πάμε πάμε στο Κρανί
…………………………….

Έχεις δυο μάτια σαν ελιές
δυο φρύδια σαν αβδέλες

(ν)’ εσύ σαι ωραιότερη (ν)
(ν) απ’ όλες τις κοπέλες

Πάμε πάμε …

Σημ: Το “Κρανί” είναι περιοχή στη Νίσυρο κοντά στο Μιραμάρε. Ήταν ένα από τα τραγούδια που πρωτάκουσα στη Νίσυρο από τον Γιάννη το Σφακιανό. Το αγάπησα αυτό το τραγούδι και το έπαιζα κάποτε και στην κιθάρα. Εκείνο το καλοκαίρι του 97, που πέρασε με γλέντια και χαρές απίστευτες και απρόσμενες. Τώρα το ακούω και άλλες φορές κλαίω , άλλες φορές με πλημμυρίζει μια περίεργη ανάταση και κάποιες φορές η ψυχή μου θέλει να δραπετεύσει από το σώμα-φυλακή που δεν χωράει την ένταση των συναισθημάτων.