Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

ΒΡΕΧΕΙ ΜΟΥΣΙΚΗ, ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΧΟΡΟ


ΒΡΕΧΕΙ ΜΟΥΣΙΚΗ, ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΧΟΡΟ

Ο πόνος,  που πάντα ήταν μέσα μου, η υπαρξιακή αγωνία, η νοσταλγία για τα πρόσωπα που  χάθηκαν, η αναζήτηση αρμονίας στην προσωπική ζωή, τάσεις ρομαντισμού, ουλές παλιών πληγών και πολλά άλλα βρήκαν παραμυθία στο δημοτικό τραγούδι. Είμαι παιδί της γενιάς που μεγάλωσε ακούγοντας ένα συννοθύλεμμα  μουσικής.  Στην πλατεία του χωριού ακούγονταν (από το ηχείο που ήταν τοποθετημένο στο καβάκι) η «συννεφιασμένη Κυριακή» του Τσιτσάνη μαζί με το «πώς τον λεν το ποταμό» του Χατζιδάκι και το «μου παρήγγειλε τ’ αηδόνι». Στο περίπτερο η ταινία μια μπομπίνας που περνούσε από το ένα  ρολό στο άλλο σκορπούσε τους ήχους του «γέλαγε η Μαρία» με τον Πουλόπουλο, ο θείος μου στο χωράφι τραγουδούσε Καζαντζίδη, τα μεγαλύτερα από μένα αδέλφια μου (δύο), δεν ξέρω πώς και που τα έμαθαν, σιγοσφύριζαν Θεοδωράκη και το juk box του καφενείου περίμενε τις δραχμές μας για να μας χαρίσει τις ροκιές του Τζίμι Χέντριξ, τις βαριές πενιές της Γιώτας Λύδια και τα ερωτικά της Τζένης Βάνου. Ταυτόχρονα στο σπίτι η τουρκόφωνη γιαγιά μου, πρωτοπόρος στους γάμους και στα γλέντια του χωριού τραγουδούσε νοσταλγικά το Gesi Baglari (Τα αμπέλια του Κέση) της Καππαδοκίας και το κόνιαλι (καρσιλαμά), χτυπώντας ως κρουστό ένα ταψί. Ο αδελφός μου της έλεγε να πει ένα παραμύθι, γιατί για τα παιδιά ένα τραγούδι είναι μια ιστορία, μια αφήγηση, μια παραλογή. Η μητέρα μου μας έλεγε από μνήμης «Το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού» και στο σχολείο μαθαίναμε πώς να τραγουδάμε και να χορεύουμε συρτό, τσάμικο και βλάχα.
Με αυτήν την ποικιλόχρωμη μουσική, ποιητική και χορευτική προίκα φτάνω στην πόλη για να φοιτήσω στο Γυμνάσιο Θηλέων Σερρών. Είμαστε στην μεταπολίτευση. Τώρα ακούμε Θεοδωράκη, Λεοντή, Μικρούτσικο, Σαββόπουλο και καταγράφουμε με μανία στίχους τραγουδιών στο περιθώριο των τετραδίων μας. Κάνω την πρώτη μου εργασία για τις Δοκιμές του Σεφέρη και την αναφορά του στον Μακρυγιάννη. Αυτή η ενασχόληση φυτεύει μέσα μου τον θαυμασμό για την λαϊκή γλώσσα. Η εισαγόμενη ρόκ και ντίσκο μουσική δεν με αφήνει αδιάφορη. Το δημοτικό τραγούδι θάβεται προσωρινά εντός μου ως αντιδραστικό απολίθωμα μιας άδικης εξουσίας (Χούντα). Το «έντεχνο» λεγόμενο τραγούδι κυριαρχεί μαζί με την ξένη μουσική ώσπου να έρθει «Η Εκδίκηση της Γυφτιάς» με τον Ρασούλη,  Σαββόπουλο, Ξυδάκη και Παπάζογλου για να ταράξει όχι μόνο τα νερά της δισκογραφίας αλλά και τη δική μας στάση απέναντι στο λαϊκό τραγούδι. Σε αυτήν την μικρή μουσική επανάσταση της δισκογραφίας βρίσκω τους λόγους  να απενοχοποιήσω την συμπάθειά μου για το δημοτικό και λαϊκό τραγούδι. Αργότερα, στην Ακαδημία, το δημοτικό τραγούδι διδάσκεται με τον πιο στεγνό τρόπο. Γυμναστική και μέτρηση βημάτων. Αντίθετα, όντας φοιτήτρια του Παιδαγωγικού στην Αλεξανδρούπολη, η επαφή με άρθρα του Ερατοσθένη Καψωμένου, του Μερακλή και του Μανόλη Βαρβούνη ανοίγει μπροστά μου νέους δρόμους για την μελέτη και την κατανόηση του δημοτικού μας τραγουδιού. Αργότερα στη Μόσχα, όπου βρίσκομαι ως αποσπασμένη από το ΥΠ.Ε.Π.Θ.  καλούμαι να υπερασπιστώ τον Νεοελληνικό Πολιτισμό. Ανάμεσα σε Ομογενείς, Ελλαδίτες και Ρώσους Φιλέλληνες, που εμπνέονται κυρίως από την αρχαιότητα και που βλέπουν σε μένα τον φορέα αυτού του πολιτισμού, φαντάζει περίεργο να διδάσκω δημοτικό τραγούδι και χορό. Αυτοί χορεύουν Ζορμπά (Θεοδωράκη) σε στυλ νεράιδες στο δάσος και Μπολσόι. Κι όμως, συγκινούνται σε μια παρουσίαση δημοτικών τραγουδιών που έγινε σε εκδήλωση των Ομογενών μας. Τότε κατάλαβα ότι αυτού του είδους η ποίηση μπορεί να συγκινήσει κάθε λαό γιατί είναι γέννημα των λαών  που πορεύονται στην ιστορία αντιμετωπίζοντας καθημερινά προβλήματα, κοινωνικές αδικίες και κυρίως απαξίωση του ίδιου τους του πολιτισμού.  Έπρεπε να βγω έξω για να δω καθαρά τι είναι η πατρίδα μου. Αυτά τα μικρά που αναφέρονται στο δημοτικό τραγούδι: Το δένδρο της αυλής μου, το μοιρολόι της μάνας, ο γυρισμός του ξενιτεμένου. Και το τραγούδι του Θεοδωράκη, εμπνευσμένο από την δημοτική ποίηση (Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί να πάει στη μάνα υπομονή...),  με έστελνε στους αφιλόξενους, χιονισμένους δρόμους της Μόσχας δίνοντάς μου δύναμη. Εκεί συνειδητοποίησα πόσο συγκλονιστική είναι η απλότητα και πόση δυναμική έχει: 
«Όσα βουνά κι αν πέρασα, όλα τα παραγγέλνω
Βουνά μ’  να μη ραγίσετε, ώσπου να πάω και να ρθω».

μαντί (manti) από την Αναστασία Παπαθανασίου (Λεϊλεκτσόγλου) 2014 11 19