Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Ο μαυροπίνακας και η κιμωλία

   Την ιδέα μου την έδωσε ένας φίλος που με επισκέφτηκε σήμερα. "Τα καλά σχολεία σε όλο τον κόσμο λειτουργούν με τον κλασικό μαυροπίνακα" (πράσινο κάποιες φορές) και την κιμωλία. "Αναχρονιστικό" θα κραύγαζαν οι λάτρεις της τεχνολογίας. "Άχρηστο εργαλείο για τη συνεργατική μάθηση" θα έλεγαν τα παιδιά του Ματσαγγούρα. "Σύμβολο της δασκαλοκεντρικής μεθόδου" θα διατείνονταν οι παιδαγωγοί που εισάγουν καθυστερημένα (50 έτη) τις δυτικές θεωρίες περί μάθησης.

Πώς μπορεί κάποιος να υπερασπιστεί το ρόλο του μαυροπίνακα στην τάξη, όταν κινδυνεύει να θεωρηθεί αντιδραστικός σε μια κοινωνία που γρήγορα απαρνείται κάθε θετικό του παρελθόντος της για να υμνήσει το καινούργιο; Πώς να αντισταθείς σε ένα κατεστημένο (πανεπιστημιακό και συντεχνιακό) όταν κινδυνεύεις να γίνεις γραφικός επειδή θεωρείς ακόμη τον πίνακα απαραίτητο εργαλείο της τάξης; Φτάσαμε στο ακραίο σημείο να ακούμε από καθέδρας ότι ο δάσκαλος που χρησιμοποιεί τον πίνακα δεν είναι καλός δάσκαλος.

Δυστυχώς στην Ελλάδα η μόδα δεν αφορά μόνο το ύψος των τακουνιών αλλά και τις παιδαγωγικές θεωρίες. Αρκεί να βρεθεί ένας με διδακτορικό στην μη καταλληλότητα μιας παιδαγωγικής μεθόδου και τότε φυτρώνουν ρέμπλικές του σε όλη την πανεπιστημιακή κοινότητα. Αυτές με τη σειρά τους "επιμορφώνουν" τους πληβίους των ρεμπλικών για να διαχύσουν στο ευρύ λεγόμενο κοινό την γνώση του "νέου".  Και ό,τι παλιό γίνεται σαν τη σκόνη της κιμωλίας: σβήνεται με το βρεγμένο σφουγγάρι της ορμής των νεοφώτιστων!
Και έτσι φτάνουμε στη δαιμονοποίηση του πίνακα, στην διστακτική και ενοχική του χρήση στην τάξη.
Άλλη φορά θα επιχειρηματολογήσω για τη χρήση  του μαυροπίνακα.


Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Google, Picasa, gmail, wiki, youtube

Όποιος διάβασε τον "Νευρομάντη" θα ξέρει ότι βρισκόμαστε ήδη πολύ κοντά σ' εκείνες τις περιγραφές της ζωής στην εικονική πραγματικότητα. Δισεκατομμύρια είσοδοι στο δαιδαλώδη κόσμο του web 2 οδηγούν την ανθρωπότητα σε μια φρενήρη προσπάθεια να αφήσει το αποτύπωμά της. Αυτή είναι η μικρή αθανασία κατά Μίλαν Κούντερα. Αν δε μπορείς να εξομολογηθείς στον παπά, δεν σε "πιάνει" ο ψυχολόγος σου και  δεν σε καταλαβαίνουν τα αγαπημένα σου πρόσωπα, φτιάξε ένα μπλογκ και γράψε ότι περνάει από το νου σου. Δημοσίευσε τα αγαπημένα σου τραγούδια, καθώς επικοινωνείς με τους φίλους σου. Δημιούργησε τα δικά σου βιντεάκια με τους δικούς σου συμβολισμούς. Ανέβασε τη φωτογραφίες σου και δες καταπληκτικές φωτογραφίες ερασιτεχνών. Επικοινώνησε με τους φίλους σου οποιαδήποτε στιγμή. Προπαγάνδισε τις ιδέες και τις απόψεις σου. Ταξίδεψε σε όλη τη γη. Αναζήτησε πληροφορίες. Δεν έχεις παρά να καθήσεις  μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή σου και να χωθείς στο μαγικό κόσμο του ίντερνετ.

Και σε όσους σου λένε ότι ελέγχεσαι από σκοτεινά κέντρα εξουσίας βγάλε τους τη γλώσσα και πες τους ότι πάντα θα υπάρχουν τα συστήματα που ελέγχουν τους ανθρώπους καθώς και τα στοιχεία που θα τα ανατρέψουν.
Είμαι φανατική λάτρις του διαδικτύου. Γελάω με τις απόψεις "άσπρο-μαύρο".
Και ποιος ξέρει. Ίσως κάποια μέρα σε έναν σκληρό δίσκο ο αρχαιολόγος του μέλλοντος να διαβάσει τις αγωνίες, τα όνειρα, τις επιθυμίες κάποιου άσημου ανθρώπου. Και μόνο εκεί θα διαβάσει την πραγματική ιστορία (αυτή της καθημερινής ζωής) και όχι στα κιτάπια των εκδοτών. Όταν τα χειρόγραφα του μέλλοντος θα είναι τα μικροκυκλώματα των σκληρών δίσκων η ανθρωπότητα θα έχει απαλλαγεί από την τυραννία των ειδικών.

δ.σ.γ.π.


Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Οι αποφασιστικές στιγμές της ζωής μας

Οι Κυριακές είναι μέρες απολογισμού. Τα νοσταλγικά απομεσήμερά τους σε οδηγούν στις υπόγειες διαδρομές της ουσίας σου. Μνήμες. Τι συνθέτει αλήθεια αυτό που είμαστε δεκαετίες μετά τα παιδικά μας χρόνια; Ποιοι είμαστε; 
Αποφασιστικές στιγμές που ζήσαμε χωρίς να συνειδητοποιήσουμε ποτέ την σημασία τους. Και πάντα ενεδρεύει μέσα μας η ανάγκη για επιστροφή στις εικόνες, τις μυρωδιές, τις γεύσεις, τους ήχους, τα αγγίγματα της παιδικής μας ηλικίας. Τα βαθιά, άλογα, συναισθήματά μας είναι ακόμη εδώ, μας καταδυναστεύουν. 
Ζούμε όλη μας τη ζωή απασχολώντας τον εαυτό μας για να μη θυμόμαστε ό,τι αφήσαμε πίσω. Αγαπημένα πρόσωπα, φιλίες, βλέμματα, κινήσεις χεριών, ένα χαμόγελο, παιχνίδια, καυγάδες, αγάπες παιδικές. Και μια μέρα,  που δεν μπορούμε πια να αγνοήσουμε τον καθρέφτη μας, που δεν αντέχουμε στη σκέψη ότι κάναμε τα πάντα για να είμαστε αλλού, αλλά  είμαστε πάλι εκεί, στις πηγές της ζωής μας, που αρνούμαστε να παραδεχθούμε ότι όλα έγιναν για να τροφοδοτήσουν την δυναστευτική μας παιδικότητα  και να απαλύνουν  παλιές πληγές, η παραδοχή της δύναμης της παιδικής ηλικίας μας γεμίζει φόβο και ταυτόχρονα μια ορμή για επιστροφή. Οι επιθυμίες γίνονται τα φερέφωνα ενός απαιτητικού παρελθόντος. Επιθυμίες που στρέφονται στα ξένα μάτια, ξένα χέρια, ξένες αγκαλιές για να ξαναβρούν εκείνες τις πρωταρχικές αποφασιστικές στιγμές του μακρινού μας παρελθόντος. 
Κι αν τύχει μια μέρα και μυρίσεις έναν κατιφέ,  θυμάσαι την γλυκόπικρή του μυρωδιά σε μέρες θλίψης. Κι αν τύχει να ακουμπήσεις μια φτέρη, πιάνεις το κομμένο νήμα των ονείρων σου. Κι αν ακούσεις παιδικές φωνές, ξαναγίνεσαι ο πρωταγωνιστής εκείνου του λανθάνοντος ερωτισμού στα παιδικά παιχνίδια. Κι αν μυρίσεις την κουφοξυλιά μετά τη βροχή ζωντανεύουν ευθύς οι μέρες της άσκοπης σου περιπλάνησης για να αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Να αγαπηθείς άνευ ορίων,  άνευ όρων: Να σε κυνηγάει σε όλη σου τη ζωή, καθώς πιστεύεις σε εκείνη την παιδική αγάπη με μια αφέλεια συγκινητική. Ξαναδαγκώνεις το μήλο που έτριζε ανάμεσα στα μαργαριτένια σου δόντια και γυάλιζε τον ήλιο στα μάτια σου. Οι χυμοί του πετάγονταν σαν κάλεσμα εγγύτητας. Εγγύτητας με το σύμπαν. Κάθε σταγόνα και μια λέξη, κάθε δάγκωμα και μια επιθυμία. 
Και τι πραγματώθηκε από όλα αυτά που ονειρευτήκαμε;  Κάθεσαι ένα βράδυ με πανσέληνο στο μπαλκόνι του σπιτιού σου και βλέπεις τις ψυχές να περνούν, γνέφοντας τη θλίψη τους που δεν μπορούν να σε πλησιάσουν πια.  Περνούν και οι σκιές των ζωντανών και αναρωτιέσαι τι σε θλίβει περισσότερο: Η απουσία ή η παρουσία; Στην απουσία βρίσκεις την απελπισία του ανεπίστρεπτου, στην παρουσία βρίσκεις την σκληρότητα της αλλαγής. Μπερδεύεις τη ζωή με τη γλυκύτητα της αναπόλησης. Δεν είσαι εσύ που αναπολείς. Είναι κάποια άλλη, που η ζωή της έκανε τόσους κύκλους όσους και παιδικούς αναστεναγμούς και τώρα επιστρέφει για να κάνει την αποτίμηση. Αλλά η αποτίμηση είναι ήδη  η απάρνηση. Γιατί όταν θελήσεις να αποτιμήσεις τη ζωή σου αρνιέσαι την παιδικότητά σου. Αυτό ήταν η ζωή σου: This one goes to the one I'd left behind me.

<iframe width="420" height="315" src="http://www.youtube.com/embed/WNS6l6mSzIY" frameborder="0" allowfullscreen></iframe>


Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Τότε που διαβάζαμε...


 Ο ΣΕΦΕΡΗΣ, Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Ο  ΜΑΛΡΩ

Στην εφηβεία μου, η κ. Τσακίρη, φιλόλογος του εξαταξίου Γυμνασίου Θηλέων Σερρών μου ανέθεσε να κάνω μια εργασία για τις «Δοκιμές Α΄» του Γιώργου Σεφέρη και την αναφορά του στον Μακρυγιάννη. Εκεί ο Σεφέρης μιλούσε για «κίβδηλη γνώση» και «νεόπλουτους της γνώσης» αντιπαραθέτοντας τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη με τα έργα κάποιων Ελλήνων συγγραφέων. Τέτοιες εκφράσεις με ακολούθησαν σε όλη την αναγνωστική μου πορεία και καθόρισαν τις επιλογές μου. Όσο απολαυστικός ήταν ο Σεφέρης (αλλά και ο Μακρυγιάννης)  δεν αρκέστηκα στη χαρά της ανάγνωσης. Ανάγνωσης μοναχικής, η μοναχικότητα της οποίας ενισχύονταν από την πλήρη αδιαφορία των συμμαθητών μου για διάβασμα. Ήταν το έναυσμα για μια σειρά αποριών, ερωτημάτων, αμφισβητήσεων, κριτικής, αναζήτησης που με έφεραν σε πνευματική (εγκεφαλική) έξαρση και επιθυμία να φτάσω στην αληθινή, αυθεντική γνώση.
Το διάβασμα είναι πάντα μια μοναχική διαδικασία αλλά το κάθε άτομο επιλέγοντας ένα βιβλίο, ένα άρθρο, ένα δοκίμιο έχει ήδη δώσει στην επιλογή του το στίγμα της στάσης του απέναντι στην ανθρωπότητα. Η σχέση μας με τη μόρφωση δεν είναι ιδεαλιστική. Είναι υλιστική. Κάτι τέτοιο ακούγεται σαν ένα μαρξιστικό τσιτάτο. Βέβαια, έχει τις ρίζες του στην υλιστική φιλοσοφία αλλά έχει περισσότερο σχέση με την ανάγκη να δώσουμε ένα νόημα στο χάος της ύπαρξής μας (Κορνήλιος Καστοριάδης), να ορίσουμε τους παράγοντες που μας οδηγούν στην απόλαυση του διαβάσματος, στη σχέση μας με τη μόρφωση και τη σχέση των προηγούμενων με την ιδεολογική μας ταυτότητα. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει χαρά στο διάβασμα ενός βιβλίου με τις ιδέες του οποίου διαφωνούμε ολοκληρωτικά. Στην προκειμένη περίπτωση η ενδοσυμπάθεια και η ταύτιση συγγραφέα και αποδέκτη δεν υφίστανται και έτσι δεν επιτρέπουν ψυχικές δονήσεις ούτε αισθητικές ηδονές. Ποια αισθητική απόλαυση μπορεί να γεννήσει το «Ο Αγών μου», όταν παραμονεύει την ώρα της ανάγνωσης η αντιρατσιστική αντίληψη; Και πάλι, πόσοι καταπιεσμένοι ανά την υφήλιο διάβασαν το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» και δεν αισθάνθηκαν τη χαρά της διαπίστωσης ότι η αλήθεια του μανιφέστου είναι και δική τους αλήθεια; Υπάρχουν τα προσωπικά μας βιώματα και υπάρχει το δικό μας μορφωτικό υπόβαθρο που ορίζει τα αναγνώσματά μας. Αυτό το υπόβαθρο είναι η υλιστική βάση για την απόλαυση της ανάγνωσης. Με τον καιρό και καθώς πλουτίζουμε τις γνώσεις μας αρχίζουμε να αποκτάμε μια περισσότερο φορμαλιστική στάση απέναντι στα κείμενα. Η στεγνή διατύπωση ιδεών δεν είναι αρκετή για την απόλαυση. Έτσι η φόρμα ενός αναγνώσματος γίνεται κριτήριο για την επιλογή του όσο και το περιεχόμενό του. Εξάλλου, μορφή και περιεχόμενο είναι αλληλοεξαρτώμενα. Αυτή η επιλογή μας οδηγεί σε αναπροσαρμογή των ιδεών μας και ένταξή τους σε καινούργιες στάσεις.
Σχηματοποιώντας ένα τέτοιο μοντέλο που συνδέει την κοινωνικότητα με το διάβασμα θα μπορούσαμε να γράψουμε:
Βιωματικές εμπειρίες →κοινωνικές στάσεις → αισθητικές εμπειρίες μόρφωση → αισθητικές εμπειρίες κοινωνικές στάσεις
Οι αισθητικές εμπειρίες πριν και μετά τη μόρφωση είναι διαφορετικές αφού η εκπαίδευσή μας στην αισθητική διαμορφώνει νέες οπτικές του αισθητικού αντικειμένου και συνεπώς της απόλαυσης. Σε όλους έχει συμβεί να διαβάσουν ένα κείμενο στις αρχές της νιότης τους και να το ξαναδιαβάσουν αργότερα όταν ένας μεγάλος όγκος πληροφοριών παρεμβαίνει στη «ματιά» μας και στην χαρά της ανάγνωσης. Κάποιες φορές ένα κείμενο που δεν μας συγκίνησε καθόλου επανέρχεται ως πηγή χαράς και αισθητικής τέρψης. Άλλες φορές ένα διάβασμα αναψοκοκκίνισε τα μάγουλά μας, το καταβροχθίσαμε και επανέρχεται κομματιασμένο, αποδυναμωμένο υπό το φως της κριτικής σκέψης. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε αλλαγή (αν όχι πρόοδος) στη μορφωσή μας γενικά αλλά και ειδικά στην αισθητική μας παιδεία.
Στο προσωπικό μας γίγνεσθαι εμπλέκονται η γονιδιακή μας καταβολή, το κοινωνικό περιβάλλον στενό και ευρύ και η εκπαίδευσή μας. Αυτοί οι τρεις παράγοντες συμβάλουν στην προσωπική μας στάση απέναντι στην ανθρωπότητα, η οποία μπορεί να αλλάξει στη διάρκεια της ζωής μας. Τα παραπάνω είναι μία κοινή διαπίστωση. Υπάρχουν όμως φιλοσοφικές θεωρήσεις που είτε αμφισβητούν είτε συμπληρώνουν μια τέτοια άποψη. Στον υπαρξισμό (κυρίως στους άθεους υπαρξιστές) η ύπαρξη προηγείται της ουσίας η ατομική πράξη δεσμεύει όλη την ανθρωπότητα, «κάθε σχέδιο ζωής, όσο ατομικό κι αν είναι, έχει μια καθολική, παγκόσμια αξία» (Ζαν Πωλ Σάρτρ). Ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να επιλέγει (ακόμη κι όταν δεν διαλέγει, διαλέγει) χωρίς να υπάρχει ένα δοσμένο ηθικό σύστημα. Ακόμη, «Το κοινό στοιχείο ανάμεσα στην τέχνη και την ηθική είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με δημιουργία, με εφεύρεση». Είναι φανερό ότι ο υπαρξισμός εντοπίζει το ενδιαφέρον μας για τους άλλους στην εκλογή που κάνουμε κάθε στιγμή της ζωής μας ως ευθύνης απέναντι στην ανθρωπότητα. Συνεκδοχικά, αν θέλουμε να μορφωθούμε ή όχι, να γίνουμε αναγνώστες ή παρατηρητές, αν δρούμε προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, έχουμε ήδη αποφασίσει για όλη την ανθρωπότητα και όταν αναγνωρίζουμε αυτήν την ευθύνη ήδη παραδεχόμαστε τις σχέσεις μας με τους «άλλους». Ακόμη και τα διαβάσματά μας έχουν σχέση με τους άλλους. Επομένως το διάβασμα δεν θα μπορούσε να είναι εγωκεντρικό γιατί η επιλογή έγινε με προσωπικό «άγχος» για την ευθύνη που έχουμε απέναντι στην ανθρωπότητα.
Μια άλλη θεωρία που αφορά στην επαφή μας με την τέχνη και επομένως και με την ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων έχει βιολογικές αναφορές: Η εξοικονόμηση ενέργειας είναι χαρακτηριστικό της φύσης και του ανθρώπου. Ο άνθρωπος καταβάλλει τη λιγότερη ενέργεια για τις δραστηριότητές του. Δεν καταβάλλει δηλαδή μεγαλύτερη προσπάθεια από αυτήν που απαιτεί μια δραστηριότητα. Καταφανώς επηρεασμένος από τη Βιολογία είναι ο διάσημος Γερμανός αισθητικός Μύλλερ- Φράιενφελς σύμφωνα με τον οποίο «ο άνθρωπος έχει καλή επαφή με την τέχνη διότι γνωρίζει πως μ’ αυτήν μπορεί να ξοδεύεται ψυχικά χωρίς να σπαταλάει υπέρ το δέον δυνάμεις. Συγκινείται με τα παθήματα των ηρώων, αλλά όχι με τον ίδιο έντονο τρόπο αν αυτά γίνονταν στην πραγματικότητα» (Βασίλης Ραφαηλίφης). Ο αναγνώστης γνωρίζει (αν δεν είναι ηλίθιος) ότι η ιστορία που διαβάζει δεν είναι αληθινή και γι’ αυτό η πράξη του διαβάσματος είναι παραμυθία και καταφυγή, απόδραση από την κοινωνική πραγματικότητα. Με την έννοια της απόδρασης δεν συμβαδίζει το ενδιαφέρον για τους άλλους και η τέχνη, η λογοτεχνία γίνεται μια καθαρά προσωπική υπόθεση.
Διαβάζοντας τον Χέμπερτ Μαρκούζε συναντώ απόψεις των ψυχολογικών θεωριών, όπως διαμορφώθηκαν στον εικοστό αιώνα μετά τις διατυπώσεις του Φρόιντ για το υποσυνείδητο και τις αρχές της ηδονής και της πραγματικότητας: Η απόλαυση του διαβάσματος έχει ένα κατεξοχήν χαρακτηριστικό, αυτό της φαντασίας, το οποίο δεν μπορεί να συμβαδίσει με την αρχή της πραγματικότητας. Η επαφή με την τέχνη βασίζεται στην αρχή της ηδονής και έχει κυρίως αισθητηριακά ερείσματα. Απευνθύνεται στις αισθήσεις και γι’ αυτό συναντούμε τον όρο αισθητική, λέξη που προέρχεται από την ίδια ρίζα με την αίσθηση και το αίσθημα. Ακόμη, η τέχνη μπορεί να είναι μια καταπιεσμένη επιθυμία, μία «απωθημένη» ηδονή. Άρα δεν αφορά το λογικό, το κοινωνικό, ούτε τη στάση μας απέναντι στην ανθρωπότητα η οποία καθορίζεται κυρίως από το «υπερεγώ».
Μέσα στον ωκεανό των θεωριών και των αντιλήψεων του ανθρώπου για τη σχέση της αναγνωστικής απόλαυσης και της στάσης μας απέναντι στην ανθρωπότητα θα ήταν δύσκολο να αποφασίσει κανείς για την προσωπική του αντίληψη περί του θέματος. Επίσης, δεν θα ήταν έντιμο να κάνει απάνθισμα θεωριών για να γίνει αρεστός στους άλλους. Ξόδεψα πολύ χρόνο, χρήμα και ενέργεια κατά τη διάρκεια της ζωής μου πιστεύοντας, όπως έγραψα στην αρχή ότι θα βρω την αυθεντική αλήθεια. Είχα σχέση «ιερής μανίας» με το διάβασμα που με οδήγησε σε ένα συγκεκριμένο δρόμο, καθόρισε την ιδεολογία μου, την κουλτούρα μου, τον τρόπο ζωής μου, τις επιλογές μου. Τώρα στέκομαι αμήχανη μπροστά σ’ αυτά που γράφω και ούτε που καταλαβαίνω το λόγο που τα γράφω. Ταυτόχρονα βρίσκομαι σε ηλικιακό μεταίχμιο που πολλές φορές με οδηγεί σε σκέψεις για το νόημα όσων διάβασα και όσων έπραξα. Αν με ρωτούσε κανείς τι αποκόμισα από τα διαβάσματα θα είχα τον πειρασμό να του απαντήσω: τίποτα. Ταυτόχρονα θέλω να υπερασπιστώ τις επιλογές μιας ζωής όπου το διάβασμα ηγούνταν όλων των δραστηριοτήτων μου. Αν έγινα καλύτερη; Όχι. Απλώς άλλαξα. Δεν βελτιώθηκα. Απέκτησα βέβαια ικανότητες, όπως αποκτά και ο εργάτης της γης που τη μαθαίνει χρόνια, την ακούει, τη νιώθει. Έτσι κι εγώ νιώθω την ανάσα των βιβλίων, την μυρωδιά τους, την στιλπνότητα ή όχι των σελίδων τους.
Αν οι δικές μου αναγνώσεις έχουν σχέση με τη στάση μου απέναντι στην κοινωνία, πραγματικά δεν το ξέρω. Ξέρω μόνο ότι η όποια στάση μου από τα παιδικά μου χρόνια καθόρισε τα διαβάσματά μου. Γι αυτό έχω και τα αγαπημένα μου βιβλία, αυτά που διαβάζω και ξαναδιαβάζω και πάντα θα γυρνώ πίσω για να τους ρίχνω μια ματιά.
Εν κατακλείδι, θα μπορούσα να πω ότι η απόλαυση της ανάγνωσης είναι και κοινωνική γιατί τα εργαλεία που χρησιμοποιούμε είναι κονωνικά: εκπαίδευση, γλώσσα, στάσεις. Δεν είναι δηλαδή απολύτως μοναχική δραστηριότητα εφόσον ο αναγνώστης συνομιλεί με το συγγραφέα.
Ακόμη, η δική μας στάση επηρεάζει τις επιλογές των βιβλίων αλλά αν συμβαίνει να βοηθά η ανάγνωση το κοινό καλό, αυτό θα συνέβαινε αν υπήρχε πραγματική βελτίωση στην επαφή μας με την τέχνη. Όμως το διάβασμα δεν είναι αποκλειστικότητα των «καλών» ανθρώπων. Μαθαίνουμε πώς να χειριζόμαστε τον κόσμο των βιβλίων συμμετέχοντας σε κοινωνικές συναλλαγές, γινόμαστε μέρος ενός κόσμου που ασχολείται με τα βιβλία, πετυχαίνουμε κάποιες φορές την κοινωνική και επαγγελματική μας ανέλιξη, έχουμε έτοιμες ατάκες για λόγους εντυπωσιασμού, γεμίζουμε τα ράφια των βιβλιοθηκών μας δίνοντας το στίγμα του πολυδιαβασμένου, φροντίζουμε για τα βιβλία που θα μας συνοδεύσουν στις διακοπές μας, δωρίζουμε βιβλία τονίζοντας την πνευματική διάσταση του ανθρώπου, καίμε και αφορίζουμε βιβλία με τα οποία διαφωνούμε ιδεολογικά. Μια ολόκληρη ζωή γύρω από το διάβασμα και ένας πόλεμος για τα γραπτά των αιώνων. Και ο πόλεμος συνεχίζεται, καθώς η ανθρωπότητα βαδίζει στην αυτοκαστροφή της.
Όλα αυτά ακούγονται απαισιόδοξα αλλά κατά την άποψή μου δεν είναι. Τα βιβλία θα υπάρχουν πάντα σαν μεγάλος θησαυρός γνώσεων της ανθρωπότητας και πηγές ευχαρίστησης όσο κι αν αμφισβητείται, ακόμη κι από εμάς τους αναγνώστες, η αξία του διαβάσματος. 


"Κουλτούρα είναι αυτό που μένει όταν ξεχάσουμε ό,τι έχουμε διαβάσει" είπε ο Αντρέ Μαλρώ και ... εγκατέλειψε...


http://www.youtube.com/watch?v=DwG2lN-Bx5M






Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Το καλοκαιρινό όνειρο

Πριν πολλά χρόνια, στις αρχές των '80, υπήρχε ένα καφωδείο (ίσως και bar) στην κοιλάδα των Αγίων Αναργύρων. Ήταν από τα πρώτα μαγαζιά της περιοχής και έμελε να γίνει το στέκι μας. "Το καλοκαιρινό όνειρο του Δημήτρη" (έτσι ονομάζονταν) στέγαζε τις πολιτικές, κοινωνικές και μουσικές μας ανησυχίες.  Στη μέση της αυλής του δέσποζε ένας μεγάλος πλάτανος και τριγύρω του ήταν τοποθετημένα τρίποδα τραπεζάκια και καρέκλες καφενείου. Στα μικρά τραπεζάκια στριμώχνονταν κρύοι μεζέδες, κόκκινο κρασί, τα τσιγάρα μας, εφημερίδες, περιοδικά (Το Τέταρτο, ο Σχολιαστής) και τασάκια.  Κινητά δεν υπήρχαν τότε. Τις πολύωρες συζητήσεις δεν διέκοπταν οι ήχοι των κινητών. Το πάθος στην αναζήτηση της αλήθειας γίνονταν μερικές φορές επιθετικότητα που οδηγούσε σε έντονες αντιπαραθέσεις έως καυγάδες. Εκεί γεννήθηκαν και οι μεγάλοι μας έρωτες.  "Κυρ-Διευθυντά των δίσκων έχω ένα νταλγκά βαρύ...", "Τρελλή κι αδέσποτη", ακούγονταν από τα μικρά ηχεία και σιγοντάριζαν τους ψιθύρους, τις ματιές, τις εντάσεις, τις κουβέντες μας.  Είχαμε την παρορμητικότητα της νιότης, τους χυμούς της αθωότητας, τη χαρά της ζωής. Εκεί σχεδιάζαμε τις μέρες μας, τα ραντεβού, την ψυχαγωγία μας.  Εκεί σχεδιάζαμε τη ζωή μας. Κάθε βράδυ μας έβρισκε με το φορτίο της ημέρας και εκεί μας άφηνε πιο νέους.
Ατέλειωτες συζητήσεις για το δικαίωμα στην τεμπελιά (Λαφάργκ) για την κοινωνική συμμόρφωση, για τον "Υπηρέτη" του Τζόζεφ Λόουζι, για το σοσιαλισμό. Κονταροκτυπιόμασταν με πάθος για το απόλυτο (όπως όλοι οι νέοι) και μετά φιλιώναμε με κρασί και γέλια.
Γιατί σήμερα νοστάλγησα "Το καλοκαιρινό Όνειρο του Δημήτρη";
Είναι που αγόρασα μια κυριακάτικη εφημερίδα που είχε το σιντί του δίσκου "Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΑΣ". Τα τραγούδια του έπαιζαν συνεχώς τότε και γνωρίζαμε κάθε στίχο και κάθε λέξη. Κι αν ήταν η περίοδος εκείνη ταινία, αυτή θα ήταν η μουσική της.
Κι αν με κατηγορήσει κανείς που εν μέσω κρίσης εγώ νοσταλγώ κι όταν οι άλλοι σκυθρωπιάζουν εγώ χαμογελώ, θα τους απαντήσω:
Η νοσταλγία δεν είναι συντηρητισμός αλλά τρόπος να δούμε τα ανθρώπινα μονοπάτια και να τα ακολουθήσουμε... Να ξαναθυμηθούμε πώς ήμασταν για να προχωρήσουμε με αξιοπρέπεια στο μέλλον. Να εντοπίσουμε τις καλές μας στιγμές για να σχεδιάσουμε το μέλλον.
Η νοσταλγία είναι ο καθρέφτης της προοπτικής.



Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Στου μαντηλιού την άκρη

Η βροχή, καθώς κυλάει στα τζάμια του παραθύρου, ξεπλένει τη σκόνη του κόσμου, αφαιρεί τις λεπτομέρειες των αναμνήσεων και μας αφήνει καθαρές, λιτές, εμβληματικές εικόνες.
Κοιτάζοντας μια φωτογραφία που μου έστειλε η Δέσποινα, αναγνωρίζω σ' αυτήν τη δύναμη του συμβολισμού της.

Μαντήλι κόκκινο το ήλιο δένω στο λαιμό.
Η άκρη του μαντηλιού μου είναι δεμένη...
Το μαντήλι σου τινάζεις και θαρρώ πως με φωνάζεις...

Κι έτσι δέσαμε τη ζωή μας στη Νίσυρο με ένα μαντήλι κόκκινο! Μαντήλια δεμένα σε αγαπημένους λαιμούς, ακουμπισμένα σε δωμάτια άλλοτε σκιερά κι άλλοτε ηλιόλουστα, μαντήλια των εθελοντών της Σπηλιανής, μαντήλια των μπροστάρηδων, μαντήλια δωρισμένα, μαντήλια τραγουδισμένα, μαντήλια αγαπημένα.

Κι αν έπρεπε να αφήσω σημάδια για να μην χαθώ στη βοή της πόλης, μαντήλια θα άφηνα στο πέρασμά μου. Για να ξαναγυρίσω το επόμενο καλοκαίρι και να θυμηθώ όσα ξέχασα... 

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Καλοκαίρια στη Νίσυρο και ο Σφακιανός


Η Νίσυρος πάλλεται από τις κωδωνοκρουσίες, αντιχαιρετίσματα στα σφυρίγματα των βαποριών. Παραμονή της Παναγιάς στην «Ηλικιωμένη», την βαθύσκιωτη πλατεία του Μανδρακίου. Εδώ είναι το βασίλειο του Σφακιανού. Του άρχοντα των 15 παιδιών, όπως γράφτηκε στην εφημερίδα «Αυγή». Το κόκκινο μαντήλι του φωτίζει τις μέρες μας και τις νύχτες γίνεται φάρος για περιπετειώδεις πλεύσεις στις ψυχές μας.
Στην αισιοδοξία των πρωινών, στη ραστώνη του μεσημεριού, στη γλύκα των απογευμάτων, στην χαρά των βραδιών και στην έκσταση των νυχτών της Νισύρου, εκεί που ο καθείς προσπαθεί να τοποθετήσει τον εαυτό του, να ορίσει τις συνιστάμενες της ζωής του, ο Σφακιανός είναι σημείο αναφοράς. Η «Ηλικιωμένη» δεν θα είναι ποτέ ίδια μετά το θάνατό του. Η απουσία του εντείνει τη μνήμη της παρουσίας του. Ποιες εικόνες του επιλέγει να ανακαλέσει η μνήμη μας; Πολλές. Πάρα πολλές. Αφαιρώντας, όμως τις λεπτομέρειες μένει η συμβολική μορφή του: γνήσια παρουσία, χωρίς ξόμπλια και φιοριτούρες, χωρίς δανεικούς τρόπους, χωρίς πρότυπα, χωρίς αυτοπροβολή, χωρίς ανησυχία για το φαίνεσθαι. Όλα αυτά τα «χωρίς» είναι ο Σφακιανός. «ΕΙΝΑΙ» ατόφιος σαν χρυσάφι.

 «Ο μερακλής ο άνθρωπος σαν το χρυσάφι μοιάζει
Και μες στη θάλασσα να μπει, ποτέ του δε σκουριάζει»
ΜΕΡΑΚΛΗΣ. Μεράκ στα τούρκικα σημαίνει περιέργεια, ανησυχία. Εδώ βρίσκεται το κλειδί για να «διαβάσουμε» τον κυρ-Γιάννη. Ανησυχία, περιέργεια, όρεξη για ζωή, που εκφράζονταν με το γνωστό του πληθωρικό τρόπο: αγάπη για τις γυναίκες, γλέντια ιδιωτικά και δημόσια, αγάπη και αφοσίωση στο τραγούδι, πιοτό, συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Είναι το είδος του ανθρώπου που κατατρώγεται σε όλη του τη ζωή από τη «μαύρη φωτιά» (καραγιαγκίνι) και προσπαθεί να τη σβήσει στις υπερβολές και στις ακρότητες. Έτσι κρίνει ο μέσος άνθρωπος τον Σφακιανό: υπερβολικό και μερικές φορές γραφικό. ΛΑΘΟΣ. Δεν έχουμε την αρετή και την τόλμη να προβάλουμε τον εσώτατο κόσμο μας, γι’ αυτό άνθρωποι σαν το Σφακιανό θα είναι πάντα ξεχωριστοί. Αυτός τολμούσε καθημερινά να υπερασπίζεται τον τρόπο του. Δε λούφαξε στην ασφάλεια του καθωσπρεπισμού.
Είμαστε τυχεροί όσοι βρεθήκαμε μαζί του έστω και για ένα βράδυ. Ο Σφακιανός μας ταξίδευε σε μέρη μαγικά, μας κρατούσε το χέρι για μια βόλτα στο «Κρανί», μας βοηθούσε να δούμε τον κόσμο με άλλον τρόπο, μας οδηγούσε στη νοσταλγία του παρελθόντος.
Τα τραγούδια του μιλούσαν σε όλους τους ονειρευτές του παρελθόντος: Κρανί, Ορσάρικος, Φθισικός, Ανταρτάκια, Ερωτόκριτος, Αριθμοί, Ο Κλέφτης, Πάρε Φραντζή τη Λύρα σου, Την άμμον άμμον πάω.
Πλούσια τα θέματα των τραγουδιών, πλούσια και η προσφορά του κυρ-Γιάννη. 
Είχα την τιμή να παραβρεθώ σε πολλά τέτοια ταξίδια και να καταγράψω λεπτομερώς εικόνες, ήχους, δίστιχα. Θυμάμαι κάθε στάση του, κάθε έκφραση των ματιών του. Ένα κόκκινο μαντήλι στο λαιμό και ένα στην τσέπη. Τα μάτια του λάμπουν όταν χαρίζει το ένα σε κάποια όμορφη γυναίκα. Θυμάμαι ένα βράδυ με τους «ΣΑΝ» στο καφενείο του Αντρίκου. Μια Κρητικοπούλα έγινε η μούσα του Σφακιανού μέχρι τα ξημερώματα και τραγούδησε γι’ αυτήν τα πιο όμορφα δίστιχα που άκουσα ποτέ.  Ήταν δεινός στιχοπλόκος. Παρήγαγε αβίαστα πλήθος μαντινάδων, ορμώμενος από οποιοδήποτε ερέθισμα.
Δεν είναι όμως σωστό να μιλώ γι’ αυτόν σαν να ήτανε ένα κομμάτι της Νισύρου. Ο Σφακιανός ήταν η ίδια η Νίσυρος με τα τραγούδια της και την παράδοσή της.

Αποχαιρέτα την, λοιπόν, τη Νίσυρο που χάνεις…


ΤΟ ΚΡΑΝΙ


Τα μάτια σου με πιάσανε
τα φρύδια σου με δέσαν

(Μ)Πάμε (μ)πάμε (μ)πάμε
πάμε στο Κρανί
δεν θ’ αγγίξω πάνω σου
μα τη Σπηλιανή

΄Αντε πάμε πάμε
πάμε ακρογιαλιά
δεν θ’ αγγίξω πάνω σου
μα την Παναγιά

Τα χέρια σου είναι φύλακες
και μέσα με κλειδώσαν

Πάμε πάμε πάμε
πάμε στο Κρανί
δε θ’ αγγίξω πάνω σου
μα τη Σπηλιανή
Τα μάτια σου είναι δυο σταυροί
Και δίπλα κοιτάνε
Θα πει πως μας εγέννησε
μια μάνα δεν θυμάμαι

Άντε πάμε πάμε στο Κρανί
…………………………….

Έχεις δυο μάτια σαν ελιές
δυο φρύδια σαν αβδέλες

(ν)’ εσύ σαι ωραιότερη (ν)
(ν) απ’ όλες τις κοπέλες

Πάμε πάμε …

Σημ: Το “Κρανί” είναι περιοχή στη Νίσυρο κοντά στο Μιραμάρε. Ήταν ένα από τα τραγούδια που πρωτάκουσα στη Νίσυρο από τον Γιάννη το Σφακιανό. Το αγάπησα αυτό το τραγούδι και το έπαιζα κάποτε και στην κιθάρα. Εκείνο το καλοκαίρι του 97, που πέρασε με γλέντια και χαρές απίστευτες και απρόσμενες. Τώρα το ακούω και άλλες φορές κλαίω , άλλες φορές με πλημμυρίζει μια περίεργη ανάταση και κάποιες φορές η ψυχή μου θέλει να δραπετεύσει από το σώμα-φυλακή που δεν χωράει την ένταση των συναισθημάτων.

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

3α Καραμανλίδικα

Η Νοσταλγία μας καταδιώκει; Κάθε στιγμή αναπολεί την προηγούμενη; Τα 3α Καραμανλίδικα είναι ήδη παρελθόν που ξεχάστηκε μέσα στη βιασύνη μας να τα ζήσουμε όλα και γρήγορα σε αυτόν το λίγο χρόνο που μας αναλογεί; Ήδη έχουμε βάλει τα μαγιό και ατενίζουμε τη θάλασσα, βιαστικοί ταξιδιώτες, λάτρεις της στιγμής. Η εποχή που καταναλώναμε χρόνο για να αναπολήσουμε τον παρελθόντα χρόνο έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Το αεράκι του άλσους στο Ξηροχώρι πήρε μαζί του και τα συναισθήματά μας, την αγωνία μας, το άγχος για την παρουσίαση. Θα τα αφήσουμε όλα πίσω για να τα ξαναθυμηθούμε με την πρώτη σταγόνα της βροχής του φθινοπώρου. Εγώ όμως θέλω να λιώσω στον καύσωνα του καλοκαιριού και να πληκτρολογήσω λίγες γραμμές για τη συνάντηση των Καραμανλήδων και των απογόνων τους στο Ξηροχώρι Θεσσαλονίκης.

Η διοργάνωση αξίζει συγχαρητηρίων. Μπράβο Μένιο που συνέλαβες αυτή τη δομή των δρώμενων και μας ταξίδεψες στην καθημερινή ζωή των Καππαδοκών. Κι ο Ιάκωβος, πρόεδρος του συλλόγου, χορευτής, εθελοντής, φιλόξενος μας έδωσε το στίγμα του ένθερμου υποστηρικτή των Καραμανλίδικων, αυτής της συνάντησης των Καππαδοκών που εδώ και τρία χρόνια χρωματίζει τα καλοκαίρια μας.

Καλοκαιρινή μέρα, ιδροκοπώντας στις βαριές τσόχινες και βελούδινες στολές, οι συμμετέχοντες στα δρώμενα είχαν σοβαρό λόγο για να περνούν αυτήν τη δοκιμασία. Την Νοσταλγία της παράδοσης.
Ανάβουνε φωτιές, τραγουδούν, χορεύουν, αναπαριστούν, θερίζουν, χτίζουν, παντρεύονται, γλεντούν, παίζουν, νοικοκυρεύουν τα σπίτια τους και την παράδοσή τους. Ανοίγουν ένα πορτάκι στο παρελθόν και φωτίζουν ξεχασμένες στιγμές ενός πολιτισμού αγνοημένου για δεκαετίες, αδικημένου από τους λαογράφους, λόγω της τουρκοφωνίας των Καππαδοκών. Κι ανάμεσα σε αυτά διαβάζεται το Ευαγγέλιο στα Καραμανλίδικα (τουρκικά με ελληνικούς χαρακτήρες) σαν να λειτουργούσε και μνημόνευε τους προγόνους μας, τις δύσκολες μέρες τους στα χρόνια της προσφυγιάς και το πείσμα τους να στεριώσουν στην Ελλάδα. Ούτε φύλλο δεν κουνήθηκε στις ψυχές μας. 

Περιμένοντας στο αλσύλιο, πίσω από τη σκηνή, οι συμμετέχοντες στα δρώμενα έδεναν τις μαντήλες τους, ταίριαζαν τις ποδιές τους, άκουγαν μια τελευταία υπενθύμιση από τη δασκάλα του χορού με τα μάτια στραμμένα στα τεκμαινόμενα επί σκηνής. Η ορχήστρα συνόδευε τα δρώμενα με καραμανλίδικα τραγούδια.
Και η στιγμή φτάνει με μια κολοκύθα στην οποία είναι καρφωμένα τρία κεριά, σύμβολο της Αγίας Τριάδας. Ένα παλικάρι την κρατά και χορεύοντας κατευθύνεται στο κένρο της σκηνής. Μαζί του κι άλλοι, άνδρες και γυναίκες, κομίζουν τη χαρά του γαμήλιου γλεντιού. Κι η νύφη φορώντας τη "βιν δαλί" φορεσιά της , απλωμένη σε χίλια κλαδιά ζωής, μέλλοντος και παρελθόντος, χορεύει με τις γυναίκες της παρέας. με ένα κερί στο χέρι στροβιλίζεται σε αντικρυστό χορό με τις συγγενείς και τις φίλες. Κι όταν ξεκινά ο κυκλικός χορός με τα χέρια σταυρωμένα, τα μέλη του κύκλου διατρανώνουν στο ακροατήριο ότι είναι εδώ, δεν ξεχνούν την καταγωγή τους και είναι οι ζωντανοί φορείς του καππαδοκικού πολιτισμού.

Ένα Κόνιαλι ακούγεται από το κανονάκι και τη φωνή του Μάνου Κουτσαγγελίδη που φέρνει στη σκηνή όλους τους συμμετέχοντες για ένα πανηγυρικό κλείσιμο.

Ατενίζοντας τη θάλασσα στην Τουζλόν και ενώ διηγούμαι τα συμβάντα στους φίλους μου, σκέφτομαι ότι μοιραζόμαστε τις στιγμές μας με διηγήσεις, φωτογραφίες και βίντεο αλλά η πραγματική μοιρασιά είναι η συγκίνηση που διαπέρασε την καρδιά μας στη διάρκεια αυτής της μοναδικής μέρας. Βγάλτε τις μικρότητες, τις γκρίνιες, τους ανταγωνισμούς, τις φιλοδοξίες και σας μένει καθαρό υπόλοιπο μια θριαμβική μέρα με εξαίρετους πρωταγωνιστές.


Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

ΤΑΞΕΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ



Νοστάλγησα ένα ταξείδι...
Καππαδοκία. Ιούλιος 2001 


ΚΑΙΣΑΡΕΙΑ

Στην Καισάρεια η Ιστορία βρήκε πρόσφορο έδαφος για να υπάρξει. Πόλη-σταυροδρόμι πολιτισμών, πόλη-σύνορο, πεδίο μαχών και εδαφικών διεκδικήσεων.  Άραβες, Ακρίτες του Βυζαντίου,  Σελτζούκοι Τούρκοι και  Οθωμανοί Τούρκοι μάχονται  μέσα στους αιώνες για να επικρατήσουν σ’ αυτόν τον άγονο, σκληρό τόπο, που είχε το πλεονέκτημα να είναι το πέρασμα για την Ανατολή. Ακόμη και σήμερα μας διηγείται την ιστορία της με τα μνημεία της, τους συνοικισμούς της, τα περίχωρά της και το βουνό που τη σκιάζει και τη σηματοδοτεί: τον Αργαίο, το ιερό βουνό των Ελλήνων.
Στο κέντρο της δεσπόζουν τα βυζαντινά τείχη, που χτίστηκαν την εποχή του Ιουστινιανού. Στην παλιά συνοικία των Ελλήνων και των Αρμενίων το αρχοντικό του Τζαμτζόγλου αντηχεί τα βήματα των ανθρώπων που το κατοίκησαν, απομεινάρι μιας εποχής που η ελληνική αστική τάξη άκμαζε στην Καισάρεια.
Η σύγχρονη Καισάρεια βαδίζει στο δρόμο του «εκσυγχρονισμού». Πολυκατοικίες υψώνονται σε όλες τις συνοικίες. Η τσιμεντοποίηση έχει αρχίσει και προχωρεί ακάθεκτη.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Μια μέρα ο Μπουρχάν  μας οδήγησε σε ένα μεϊντάνι της Καισάρειας. Βρεθήκαμε μπροστά σε ένα εκπληκτικό θέαμα. Ένας Χριστιανικός ναός δέσποζε στην πλατεία και μάλιστα αρκετά καλοδιατηρημένος. Ο Ναός του Αγίου Νικολάου είναι ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα. Η λιτότητά του- γνώρισμα της ελληνικής αρχιτεκτονικής, που δε θέλει φορτώματα- μας εντυπωσιάζει. Οι καθαρές του γραμμές ευχαριστούν την όρασή μας. Το τέλειο σφαιρικό σχήμα του τρούλου του γαληνεύει τη ψυχή μας. Τα υλικά οικοδόμησής του δεν είναι παρά η μαλακή πελεκημένη πέτρα της Καππαδοκίας σε σχήματα ορθογωνίων. Καμπύλες και  ευθείες γραμμές συνυπάρχουν για να υμνήσουν το Θεό και να δοξολογήσουν τη δημιουργικότητα του ανθρώπου.

ΚΑΡΑΤΖΟΡΕΝ

Σας έχει τύχει ποτέ να θέλετε να πέσετε στο χώμα και να το φιλήσετε? Αυτό, το σχεδόν άσημο χωριό της Καππαδοκίας είναι η γη των παππούδων μας, είναι η αναφορά της καταγωγής μας, η άκρη του νήματος μιας ιστορίας που ξεκίνησε πριν 78 χρόνια με την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Καθώς κατευθυνόμαστε στο Καράτζορεν, όπου μας οδήγησε ο Μπουρχάν, έχουμε κυριευτεί από την αγωνία του ανθρώπου που περιμένει την αποκάλυψη. Και η αποκάλυψη έγινε με την είσοδό μας στο χωριό. Ο απίστευτα καθαρός ουρανός, οι ζωγραφιές των συννέφων και οι λεύκες μας καλωσόρισαν μαζί με τα πρώτα σπίτια του χωριού. Αριστερά ένας μαντρότοιχος περιβάλλει ένα παλιό σπίτι . Στην πόρτα του τοίχου είναι γραμμένο με μπλε λαδομπογιά ο αριθμός ένα (1). Αυτό, όπως μας είπαν αργότερα και όπως διαπιστώσαμε κι εμείς είναι το παλιότερο σπίτι του χωριού. Στο μάνταλο της πόρτας του είναι χαραγμένο: 1912.
Μπαίνουμε μέσα με δέος και συγκίνηση. Η γιαγιά που μένει τώρα εκεί μας καλοδέχτηκε και μας άφησε να το φωτογραφήσουμε και να το βιντεοσκοπήσουμε. Αργότερα μου χάρισε και έναν κεφαλόδεσμο, σύμβολο της άριστης φιλοξενίας που μας πρόσφερε.

Η εκκλησία του χωριού έχει μετατραπεί σε τζαμί. Σώζεται ο ξύλινος άμβωνας, στον οποίο έχουν προστεθεί τα ισλαμικά σύμβολα. Ο Μπουρχάν σηκώνει ένα τεράστιο κλειδί και μας λεει: «Αυτό είναι το κλειδί της εκκλησίας σας. Μ’ αυτό θα ανοίξουμε τώρα και θα μπούμε μέσα».

Οι συγκινήσεις διαδέχονται η μία την άλλη με ρυθμό καταιγιστικό μέχρι του σημείου να μη μπορούμε να αρθρώσουμε λέξη από τη συγκίνηση. Ο καμπαναριός της εκκλησίας «μας» διατηρείται ακέραιος, στηριγμένος πάνω στην καμάρα της εισόδου στον αυλόγυρο της εκκλησίας. Στην κορυφή του φώλιασαν τα λελέκια. Η πόρτα της εισόδου έχει ελληνική γραφή, μας λέει ένα κοριτσάκι, που μας περιποιείται προσφέροντάς μας δροσιστικό αριάνι.
Πράγματι, διαβάζουμε κάποιες φράσεις γραμμένες σε καραμανλίδικη γραφή, δηλαδή τουρκική γλώσσα γραμμένη με ελληνικά γράμματα.

Το ΚΙΛΙΖ ΤΕΠΕ βρίσκεται μερικά χιλιόμετρα έξω από το χωριό. Εδώ, σε εποχές ξηρασίας γίνονταν λιτανείες από τους Ρωμιούς, που είχαν πάντα σαν αποτέλεσμα δυνατές και διαρκείς βροχές. Την ιστορία μας διηγήθηκε ο μουχτάρης (πρόεδρος) του χωριού και την επιβεβαίωσε αργότερα ο Κοσμάς ο Καλφόγλου στην Άνω Βροντού. Ανεβήκαμε στην κορυφή του Κιλίζ τεπέ κάτω από το λιοπύρι που μας έκαιγε τα πρόσωπα και κάτω από την ένταση της συγκίνησης που μας έκαιγε τη ψυχή.

Το Καράτζορεν έχει δύο ιδιαιτερότητες που το κάνουν να ξεχωρίζει από τα γειτονικά χωριά, στα οποία ζούσαν ΄Ελληνες.
1.    Το χωριό κατοικούνταν αποκλειστικά από Έλληνες σύμφωνα με τα αρχεία 
του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών και σύμφωνα με τις διηγήσεις των προσφύγων που κατάγονταν από εκεί.
2.    Η πέτρα που χρησιμοποιούσαν ως οικοδομικό υλικό δεν έχει ορθογώνιο
σχήμα, καθότι δεν υπήρχαν λατομεία στην περιοχή και χρησιμοποιούσαν την πέτρα όπως την έβρισκαν, στη φυσική της μορφή.

Καππαδόκες με καταγωγή από το Καράτζορεν υπάρχουν σήμερα στην Άνω Βροντού Σερρών, στο Χατζόμπαση των Φαρσάλων της Θεσσαλίας και μερικοί διεσπαρμένοι στην Κέρκυρα, στον Πειραιά, στην Αθήνα και στο Βόλο.

ΧΑΜΙΝΤΙΕ

Τα ερείπια των σπιτιών που εγκατέλειψαν οι Έλληνες είναι οι αδιάψευστοι μάρτυρες της μακρόχρονης παρουσίας των Ελλήνων στο Χαμίντιε.
Το Χαμίντιε ήταν και συνεχίζει να είναι κωμόπολη. Αφήνουμε την πλατεία για να περπατήσουμε στις γειτονιές. Τα ερειπωμένα σπίτια τραβούν την προσοχή μας. Ψάχνουμε για τα σημάδια της παρουσίας των Ρωμιών. Ο Τάσος ανακαλύπτει το «νταμ», δηλαδή τη στέγη ενός σπιτιού που σε ένα δωμάτιο έχει καταρρεύσει. Πρόκειται για τεχνοτροπία που απαντάται στα ελληνικά σπίτια τα οποία συνήθως δεν έχουν κεραμίδια αλλά σκεπή φτιαγμένη με πατημένο χώμα. Παραπέρα συναντάμε μια σειρά ερειπωμένων σπιτιών. Πιο κάτω ένα ξύλινο μπαλκόνι, με κιγκλίδωμα επίσης από ξύλο, στο οποίο αναρριχάται μια κληματαριά. Στην πλατεία του χωριού μπαίνουμε σε ένα κατάστημα και  παζαρεύουμε ένα ξύλινο σκαμνάκι, το οποίο δεν πουλιέται. Ο Τούρκος καταστηματάρχης μας λέει πολύ ευγενικά ότι θέλει να έχει κι αυτός ένα ενθύμιο από τον παππού του. Έχουμε την ορμή και τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου και θέλουμε να τα προλάβουμε όλα: να δούμε, να ακούσουμε, να φωτογραφήσουμε να βιντεοσκοπήσουμε, να αγοράσουμε αντικείμενα για το μουσείο του Συλλόγου. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας μερικές φορές γινόμαστε θρασείς. Την άλλη φορά ο Τάσος είχε μια φοβερή ιδέα! Να πάρουμε το καπέλο από το κεφάλι της σερβιτόρας και να τους δώσουμε χρήματα να αγοράσουν άλλο!
Γύρω από την πλατεία του Χαμίντιε βρίσκονται τα εμπορικά καταστήματα. Είναι κωμόπολη ζωντανή και διατηρεί ίσως κάτι από τα παλιά χρόνια. Όμως η απουσία των Ελλήνων δεν μπορεί παρά να προκαλέσει συναισθήματα θλίψης για τον ξεριζωμό τους
Διαβάζω σε μια φωτογραφία που εστάλη το 1926 από έναν βίαια αποκομμένο από την πατρίδα του:
‘Εν Βροντώ.         Τη 9 ‘Ιανουαρίου (1926)
Προς Πενθερόν.           Διά τον κύριον Πρόδρομον Γρηγοριάδου.

Σας ευχόμεθα να περάση-                    κουβεγινδέν.
τε της εορτές όπως επιθυ-                     Μουρβετλού καϊν
μήτε. Ο γαμβρός η Κόρη σου                 πετεριμέ σελάμ ετούπ
Ελένη και Αναστάσιος ελισάβετ              ελεριντέν πούς ετέριμ
και ο Διογένης Μιχτσόγλους

Το περιεχόμενο και η μορφή του γράμματος, η πολύ καλή ορθογραφία (ακόμη και η υποτακτική είναι γραμμένη σωστά) και η διπλή γραφή, ελληνική και καραμανλίδικη δείχνουν ότι ο αποστολέας γνώριζε ανάγνωση και γραφή και ότι φοίτησε σε ελληνικό σχολείο στο Χαμίντιε. 

ΑΓΙΡΝΑΣ

Το Αγιρνάς έχει έναν αέρα αρχοντιάς και πλούτου που αποπνέει η αρχιτεκτονική των σπιτιών του.
Εδώ οι πελεκημένες, ορθογωνισμένες, μεγάλες πέτρες είναι τα υλικά οικοδόμησης των σπιτιών. Το ξύλο είναι σχεδόν ανύπαρκτο. Ο ιστορικός Στράβωνας ονομάζει τη γη της Καππαδοκίας άξυλη. ‘Εγραψα κάπου: Άξυλη γη της Καππαδοκίας γεννάς πέτρες που σμιλεύουν αριστοτεχνικά τα παιδιά σου.
Τα αρχαιοπρεπή πλαίσια των παραθύρων, οι μετώπες, οι λεπτοδουλεμένες υδρορρόες,  οι καμάρες των θυρών, τα κορφάδια των τοίχων, όλα δείχνουν πως το Αγιρνάς άκμαζε πριν από την έξοδο των κατοίκων του. Τέτοια σπίτια είναι το αποτέλεσμα οικονομικής και πολιτιστικής ακμής. Το κορυφαίο μνημείο του χωριού είναι ο Ναός του Αγίου Προκοπίου, που εντυπωσιάζει τον επισκέπτη με το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του.

Στο Ναό του Αγίου Προκοπίου τελέστηκε για πρώτη φορά φέτος αρχιερατική λειτουργία, χοροστατούντος του Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Το εκκλησίασμα αποτελούνταν από εμάς τους προσκυνητές αλλά και από αρκετούς Τούρκους που έμειναν άφωνοι με το τελετουργικό της λειτουργίας. Μερικοί από αυτούς μάλιστα, παρακολούθησαν με πλήρη προσοχή και κατάνυξη. Η συντήρηση του Ναού έγινε με χρήματα που συγκεντρώθηκαν από έρανο του Συλλόγου Καππαδοκών Κομοτηνής «ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ». Έρανος πραγματοποιήθηκε και φέτος, στον οποίο συμμετείχαμε και ως Σύλλογος ‘Ανω Βροντούς και ως πρόσωπα.

Η υποδοχή που μας επιφύλαξαν στο Αγιρνάς ξεπερνούσε κάθε προσδοκία μας. Πρωτάρηδες εμείς, δεν προλάβαμε καν να εκδηλώσουμε την έκπληξή μας. Τα γεγονότα μας κυνηγούσαν. Οι Καππαδόκισσες της Κομοτηνής, τραγουδώντας το “gesi baglari”  ξυπνούσαν ρίγη νοσταλγίας και συγκίνησης.
Ίσως μερικές λέξεις να περιγράψουν τις στιγμές: Μπάντα, ορχήστρα, καρσιλαμάς, τραγούδια, κουτάλια, κάμερες, Πατριάρχης, τραπέζια στρωμένα με πιλάφι και αριάνι, χαμόγελα, συζητήσεις, αγκαλιές, φιλιά.
Το Αγιρνάς έγινε τόπος γιορτής και πανηγυριού για δυο μέρες, μέρες πλήρεις, απρόσμενες, συνταρακτικές, καταιγιστικές, αναπάντεχες, μέρες μοναδικές.


ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

Επισκεφτήκαμε το Τζιντζίντερε τις απογευματινές ώρες. Το μοναστήρι του Ιωάννου Προδρόμου  έχει μετατραπεί σε στρατόπεδο και έτσι δεν είχαμε την ευκαιρία να το δούμε. Όμως, περπατήσαμε στους δρόμους του για να φωτογραφήσουμε κάποια ελληνικά σπίτια. Φωτογραφίζουμε μια θύρα εξαίσιας τέχνης και για το σχήμα της και για τα υλικά της και για τα χρώματά της.
Καιρός να πιούμε έναν καφέ, καθισμένοι γύρω από το στρογγυλό τραπέζι ενός λαϊκού καφενείου και να συζητήσουμε τη σημασία αυτών που είδαμε και τις εντυπώσεις μας.

Στη Μουταλάσκη, σημερινό Ταλάς, φτάσαμε τη στιγμή που ο ήλιος βασίλευε, πέφτοντας στον ορίζοντα του υψίπεδου της Καισάρειας. Ο Ναός της Παναγίας, επιβλητικός και κυρίαρχος, μετά βίας αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου. Τα μπαρόκ στοιχεία της διακόσμησής του παραπέμπουν στη δυτική τέχνη. Στην Καππαδοκία οι ευρωπαϊκές επιρροές είναι εμφανείς κυρίως στην αρχιτεκτονική. Τα νέα ρεύματα έφταναν πολύ γρήγορα με φορείς τους εύπορους και επιχειρηματίες Καππαδόκες που είχαν τις επιχειρήσεις τους στις πόλεις που ήταν πύλες πολιτισμού: Σμύρνη και κυρίως Κωνσταντινούπολη.
Ενώ κάποτε η Μουταλάσκη ήταν το θέρετρο των Ελλήνων, τώρα παρακμασμένη αφήνεται να ξεχαστεί, να καταρρεύσει. Ο χρόνος την οδηγεί στον αφανισμό της. Ακόμη κι όταν συντηρηθεί δεν θα είναι πια η Μουταλάσκη αλλά το Ταλάς.

ΠΡΟΚΟΠΙ

Η δόμηση με την πέτρα στο Προκόπι έχει φτάσει στον ανώτατο βαθμό τελειότητας. Το μαλακό και πορώδες της πέτρας, επέτρεψε το πελέκημά της και τώρα φαντάζει λαμπερή, γλυκά ανοιχτόχρωμη και αρμονικά σχηματισμένη. Στο Προκόπι η λάμψη της Πέτρας δεν αφήνει περιθώρια στη μνήμη να εντυπώσει οτιδήποτε άλλο. Φεύγοντας από εκεί και προσπαθώντας να δώσεις μορφή στις αναμνήσεις σου, κατακλύζουν το νου σου θολωτά κτίσματα, καμάρες, παράθυρα, κατασκευασμένα με μεράκι από παλιούς μάστορες με την ανοιχτόχρωμη πέτρα, που  αλλάζει χρώμα ανάλογα με τη γωνία πρόσπτωσης των ακτίνων του ήλιου. Στο Προκόπι τα σπίτια έχουν αγκαλιάσει τη γη  και πιστεύεις ότι θα είναι εκεί αιώνια, ενωμένα με τους κιτρινωπούς λόφους,  μέχρι τη στιγμή που θα αποκαλυφθούν εξαιτίας της διάβρωσης του εδάφους. Κι ενώ φεύγεις νομίζοντας ότι έχεις δει την πόλη, στην ουσία ξέρεις ότι η πόλη σού αποκαλύφθηκε για λίγο για να ξαναγυρίσει στη ζεστή αγκαλιά της γης της Καππαδοκίας.

ΣΙΝΑΣΟΣ

Κάθε γωνιά της Σινασού είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορικής παρουσίας των Ελλήνων. Μια πόρτα με ελληνική γραφή: «Η υπομονή άριστον φάρμακον τοις υποφέρουσι», τα αρχοντικά, που τώρα λειτουργούν ως ξενοδοχεία, ο ναός Κωνσταντίνου και Ελένης στο κέντρο, ο ναός του Αγίου Βασιλείου λαξευμένος σε βράχο στη διπλανή κοιλάδα, όλα δείχνουν πως εδώ το ελληνικό στοιχείο ανθούσε. Η πόλη και τα σημάδια της παραπέμπουν σε άλλες εποχές, εποχές δόξας και μεγαλείου. Στο ναό του Αγίου Βασιλείου τα ζωηρά χρώματα των εικονογραφιών (κυριαρχούν το γαλανό και το κόκκινο) προκαλούν το θαυμασμό για τους δημιουργούς τους και μας φέρνουν στα χείλη το τροπάριο των Τριών Ιεραρχών: «Τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος, τους την οικουμένην  ακτίσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας…». Η άμπελος, σύμβολο των Χριστιανών, στολίζει το υπέρθυρο του ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, προσφέροντάς μας αισθητική απόλαυση. Στο αρχοντικό που ήπιαμε καφέ οι ψηλές καμάρες της κεντρικής αίθουσας αναπολούν τις μέρες των χορών, των γιορτών και των συγκεντρώσεων των Ρωμιών.
Η Σινασός οδηγείται στο μέλλον προικισμένη με ένα βαρύ και πολύτιμο παρελθόν.

ΓΚΙΟΡΕΜΕ – ΖΕΛΒΕ

Επισκεπτόμενοι τους λαξευμένους ναούς στα βράχια του Γκιόρεμε, η πρώτη σκέψη αφορά τη δύναμη, την πίστη, και την υπομονή  των ανθρώπων που έζησαν εδώ. Μια ολόκληρη μοναστική πολιτεία κρυμμένη μέσα σε βράχους, στις παρυφές της κοιλάδας, μαρτυρεί στον σύγχρονο επισκέπτη την πως  δεν αρκέστηκαν στην προσπάθεια για επιβίωση. Λάξευσαν τους ναούς τους, τα κελιά και τις τραπεζαρίες τους με περισσό ζήλο για να ικανοποιήσουν τις λατρευτικές τους ανάγκες. Κάθε άνοιγμα στο σώμα των βράχων οδηγεί σε μια έκπληξη. Πιο πολύ εντυπωσιάζει η εικονογράφηση γιατί είναι αδύνατο να φανταστείς πριν μπεις μέσα ότι υπάρχουν όλα αυτά μέσα στις «σπηλιές».
Απ’ το Γκιόρεμε στο Ζέλβε η απόσταση δεν είναι μεγάλη. Είναι μεγάλη η απορία μας ανθρώπου για τους γεωλογικούς σχηματισμούς που συναντούμε. Άραγε, ποιες εκρήξεις, ποια τραντάγματα, ποια λάβα, ποιες μετακινήσεις εδαφών σμίλεψαν τόσο υπέροχα αυτούς τους κώνους; Και πώς κατάφεραν η βροχή και ο αέρας να «γλύψουν» τα πετρώματα και να τους δώσουν αυτήν τη μορφή; Εδώ η φύση είναι δημιουργός πρωτόφαντων σχηματισμών που μόνο ένα καλά προσχεδιασμένο πρόγραμμα θα μπορούσε να επιτελέσει. Ίσως πάλι, η αρμονία να μην υπάρχει από μόνη της και εμείς να της δίνουμε σχήμα. Πάντως ο φωτογραφικός φακός κατέγραψε και τη συμμετρία και την αρμονία και το μέγεθος της εντύπωσής μας.
Πίνοντας τσάι στον ίσκιο μιας καρυδιάς, σκεφτόμαστε αν βρισκόμαστε ακόμη στον πλανήτη γη ή αν έχουμε προσγειωθεί σε άλλο πλανήτη.

ΚΑΡΒΑΛΗ

Μια πόλη που έχει δύο σχολεία, ένα Παρθεναγωγείο και έναν μεγαλόπρεπο ναό, έχει κάθε λόγο να θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα του ελληνισμού της Καππαδοκίας. Το παρθεναγωγείο είναι σήμερα Ξενώνας. Η συντήρησή του, στα πλαίσια της λειτουργίας του είναι δεδομένη. Στην αυλή του σχολείου βλέπουμε το χώρο, όπου τελούνταν οι γιορτές. Λείπουν οι φωνές των παιδιών.
Ο ναός του Γρηγορίου του Θεολόγου έχει μετατραπεί και αυτός σε τζαμί.
Η Καρβάλη είναι ο τελευταίος  σταθμός του ταξιδιού μας στην Καππαδοκία.  

Η Καππαδοκία των μονόλιθων, των εκκλησιών, της πέτρας, των καβακιών, των σπιτιών με τα χάσκοντα δωμάτια, των κοιλάδων, των γεωλογικών σχηματισμών, του γαλανού ουρανού και των κάτασπρων σύννεφων, του διψασμένου για νερό χώματος, των αριστουργηματικών θυρών, της απέριττης ζωής, των γυναικών που υφαίνουν χαλιά προς πώληση, του οροπεδίου, του Αργαίου, του Χασάν Νταγ, των θρύλων, μας μάγεψε και χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη μας.