Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Τότε που διαβάζαμε...


 Ο ΣΕΦΕΡΗΣ, Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Ο  ΜΑΛΡΩ

Στην εφηβεία μου, η κ. Τσακίρη, φιλόλογος του εξαταξίου Γυμνασίου Θηλέων Σερρών μου ανέθεσε να κάνω μια εργασία για τις «Δοκιμές Α΄» του Γιώργου Σεφέρη και την αναφορά του στον Μακρυγιάννη. Εκεί ο Σεφέρης μιλούσε για «κίβδηλη γνώση» και «νεόπλουτους της γνώσης» αντιπαραθέτοντας τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη με τα έργα κάποιων Ελλήνων συγγραφέων. Τέτοιες εκφράσεις με ακολούθησαν σε όλη την αναγνωστική μου πορεία και καθόρισαν τις επιλογές μου. Όσο απολαυστικός ήταν ο Σεφέρης (αλλά και ο Μακρυγιάννης)  δεν αρκέστηκα στη χαρά της ανάγνωσης. Ανάγνωσης μοναχικής, η μοναχικότητα της οποίας ενισχύονταν από την πλήρη αδιαφορία των συμμαθητών μου για διάβασμα. Ήταν το έναυσμα για μια σειρά αποριών, ερωτημάτων, αμφισβητήσεων, κριτικής, αναζήτησης που με έφεραν σε πνευματική (εγκεφαλική) έξαρση και επιθυμία να φτάσω στην αληθινή, αυθεντική γνώση.
Το διάβασμα είναι πάντα μια μοναχική διαδικασία αλλά το κάθε άτομο επιλέγοντας ένα βιβλίο, ένα άρθρο, ένα δοκίμιο έχει ήδη δώσει στην επιλογή του το στίγμα της στάσης του απέναντι στην ανθρωπότητα. Η σχέση μας με τη μόρφωση δεν είναι ιδεαλιστική. Είναι υλιστική. Κάτι τέτοιο ακούγεται σαν ένα μαρξιστικό τσιτάτο. Βέβαια, έχει τις ρίζες του στην υλιστική φιλοσοφία αλλά έχει περισσότερο σχέση με την ανάγκη να δώσουμε ένα νόημα στο χάος της ύπαρξής μας (Κορνήλιος Καστοριάδης), να ορίσουμε τους παράγοντες που μας οδηγούν στην απόλαυση του διαβάσματος, στη σχέση μας με τη μόρφωση και τη σχέση των προηγούμενων με την ιδεολογική μας ταυτότητα. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει χαρά στο διάβασμα ενός βιβλίου με τις ιδέες του οποίου διαφωνούμε ολοκληρωτικά. Στην προκειμένη περίπτωση η ενδοσυμπάθεια και η ταύτιση συγγραφέα και αποδέκτη δεν υφίστανται και έτσι δεν επιτρέπουν ψυχικές δονήσεις ούτε αισθητικές ηδονές. Ποια αισθητική απόλαυση μπορεί να γεννήσει το «Ο Αγών μου», όταν παραμονεύει την ώρα της ανάγνωσης η αντιρατσιστική αντίληψη; Και πάλι, πόσοι καταπιεσμένοι ανά την υφήλιο διάβασαν το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» και δεν αισθάνθηκαν τη χαρά της διαπίστωσης ότι η αλήθεια του μανιφέστου είναι και δική τους αλήθεια; Υπάρχουν τα προσωπικά μας βιώματα και υπάρχει το δικό μας μορφωτικό υπόβαθρο που ορίζει τα αναγνώσματά μας. Αυτό το υπόβαθρο είναι η υλιστική βάση για την απόλαυση της ανάγνωσης. Με τον καιρό και καθώς πλουτίζουμε τις γνώσεις μας αρχίζουμε να αποκτάμε μια περισσότερο φορμαλιστική στάση απέναντι στα κείμενα. Η στεγνή διατύπωση ιδεών δεν είναι αρκετή για την απόλαυση. Έτσι η φόρμα ενός αναγνώσματος γίνεται κριτήριο για την επιλογή του όσο και το περιεχόμενό του. Εξάλλου, μορφή και περιεχόμενο είναι αλληλοεξαρτώμενα. Αυτή η επιλογή μας οδηγεί σε αναπροσαρμογή των ιδεών μας και ένταξή τους σε καινούργιες στάσεις.
Σχηματοποιώντας ένα τέτοιο μοντέλο που συνδέει την κοινωνικότητα με το διάβασμα θα μπορούσαμε να γράψουμε:
Βιωματικές εμπειρίες →κοινωνικές στάσεις → αισθητικές εμπειρίες μόρφωση → αισθητικές εμπειρίες κοινωνικές στάσεις
Οι αισθητικές εμπειρίες πριν και μετά τη μόρφωση είναι διαφορετικές αφού η εκπαίδευσή μας στην αισθητική διαμορφώνει νέες οπτικές του αισθητικού αντικειμένου και συνεπώς της απόλαυσης. Σε όλους έχει συμβεί να διαβάσουν ένα κείμενο στις αρχές της νιότης τους και να το ξαναδιαβάσουν αργότερα όταν ένας μεγάλος όγκος πληροφοριών παρεμβαίνει στη «ματιά» μας και στην χαρά της ανάγνωσης. Κάποιες φορές ένα κείμενο που δεν μας συγκίνησε καθόλου επανέρχεται ως πηγή χαράς και αισθητικής τέρψης. Άλλες φορές ένα διάβασμα αναψοκοκκίνισε τα μάγουλά μας, το καταβροχθίσαμε και επανέρχεται κομματιασμένο, αποδυναμωμένο υπό το φως της κριτικής σκέψης. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε αλλαγή (αν όχι πρόοδος) στη μορφωσή μας γενικά αλλά και ειδικά στην αισθητική μας παιδεία.
Στο προσωπικό μας γίγνεσθαι εμπλέκονται η γονιδιακή μας καταβολή, το κοινωνικό περιβάλλον στενό και ευρύ και η εκπαίδευσή μας. Αυτοί οι τρεις παράγοντες συμβάλουν στην προσωπική μας στάση απέναντι στην ανθρωπότητα, η οποία μπορεί να αλλάξει στη διάρκεια της ζωής μας. Τα παραπάνω είναι μία κοινή διαπίστωση. Υπάρχουν όμως φιλοσοφικές θεωρήσεις που είτε αμφισβητούν είτε συμπληρώνουν μια τέτοια άποψη. Στον υπαρξισμό (κυρίως στους άθεους υπαρξιστές) η ύπαρξη προηγείται της ουσίας η ατομική πράξη δεσμεύει όλη την ανθρωπότητα, «κάθε σχέδιο ζωής, όσο ατομικό κι αν είναι, έχει μια καθολική, παγκόσμια αξία» (Ζαν Πωλ Σάρτρ). Ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να επιλέγει (ακόμη κι όταν δεν διαλέγει, διαλέγει) χωρίς να υπάρχει ένα δοσμένο ηθικό σύστημα. Ακόμη, «Το κοινό στοιχείο ανάμεσα στην τέχνη και την ηθική είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με δημιουργία, με εφεύρεση». Είναι φανερό ότι ο υπαρξισμός εντοπίζει το ενδιαφέρον μας για τους άλλους στην εκλογή που κάνουμε κάθε στιγμή της ζωής μας ως ευθύνης απέναντι στην ανθρωπότητα. Συνεκδοχικά, αν θέλουμε να μορφωθούμε ή όχι, να γίνουμε αναγνώστες ή παρατηρητές, αν δρούμε προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, έχουμε ήδη αποφασίσει για όλη την ανθρωπότητα και όταν αναγνωρίζουμε αυτήν την ευθύνη ήδη παραδεχόμαστε τις σχέσεις μας με τους «άλλους». Ακόμη και τα διαβάσματά μας έχουν σχέση με τους άλλους. Επομένως το διάβασμα δεν θα μπορούσε να είναι εγωκεντρικό γιατί η επιλογή έγινε με προσωπικό «άγχος» για την ευθύνη που έχουμε απέναντι στην ανθρωπότητα.
Μια άλλη θεωρία που αφορά στην επαφή μας με την τέχνη και επομένως και με την ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων έχει βιολογικές αναφορές: Η εξοικονόμηση ενέργειας είναι χαρακτηριστικό της φύσης και του ανθρώπου. Ο άνθρωπος καταβάλλει τη λιγότερη ενέργεια για τις δραστηριότητές του. Δεν καταβάλλει δηλαδή μεγαλύτερη προσπάθεια από αυτήν που απαιτεί μια δραστηριότητα. Καταφανώς επηρεασμένος από τη Βιολογία είναι ο διάσημος Γερμανός αισθητικός Μύλλερ- Φράιενφελς σύμφωνα με τον οποίο «ο άνθρωπος έχει καλή επαφή με την τέχνη διότι γνωρίζει πως μ’ αυτήν μπορεί να ξοδεύεται ψυχικά χωρίς να σπαταλάει υπέρ το δέον δυνάμεις. Συγκινείται με τα παθήματα των ηρώων, αλλά όχι με τον ίδιο έντονο τρόπο αν αυτά γίνονταν στην πραγματικότητα» (Βασίλης Ραφαηλίφης). Ο αναγνώστης γνωρίζει (αν δεν είναι ηλίθιος) ότι η ιστορία που διαβάζει δεν είναι αληθινή και γι’ αυτό η πράξη του διαβάσματος είναι παραμυθία και καταφυγή, απόδραση από την κοινωνική πραγματικότητα. Με την έννοια της απόδρασης δεν συμβαδίζει το ενδιαφέρον για τους άλλους και η τέχνη, η λογοτεχνία γίνεται μια καθαρά προσωπική υπόθεση.
Διαβάζοντας τον Χέμπερτ Μαρκούζε συναντώ απόψεις των ψυχολογικών θεωριών, όπως διαμορφώθηκαν στον εικοστό αιώνα μετά τις διατυπώσεις του Φρόιντ για το υποσυνείδητο και τις αρχές της ηδονής και της πραγματικότητας: Η απόλαυση του διαβάσματος έχει ένα κατεξοχήν χαρακτηριστικό, αυτό της φαντασίας, το οποίο δεν μπορεί να συμβαδίσει με την αρχή της πραγματικότητας. Η επαφή με την τέχνη βασίζεται στην αρχή της ηδονής και έχει κυρίως αισθητηριακά ερείσματα. Απευνθύνεται στις αισθήσεις και γι’ αυτό συναντούμε τον όρο αισθητική, λέξη που προέρχεται από την ίδια ρίζα με την αίσθηση και το αίσθημα. Ακόμη, η τέχνη μπορεί να είναι μια καταπιεσμένη επιθυμία, μία «απωθημένη» ηδονή. Άρα δεν αφορά το λογικό, το κοινωνικό, ούτε τη στάση μας απέναντι στην ανθρωπότητα η οποία καθορίζεται κυρίως από το «υπερεγώ».
Μέσα στον ωκεανό των θεωριών και των αντιλήψεων του ανθρώπου για τη σχέση της αναγνωστικής απόλαυσης και της στάσης μας απέναντι στην ανθρωπότητα θα ήταν δύσκολο να αποφασίσει κανείς για την προσωπική του αντίληψη περί του θέματος. Επίσης, δεν θα ήταν έντιμο να κάνει απάνθισμα θεωριών για να γίνει αρεστός στους άλλους. Ξόδεψα πολύ χρόνο, χρήμα και ενέργεια κατά τη διάρκεια της ζωής μου πιστεύοντας, όπως έγραψα στην αρχή ότι θα βρω την αυθεντική αλήθεια. Είχα σχέση «ιερής μανίας» με το διάβασμα που με οδήγησε σε ένα συγκεκριμένο δρόμο, καθόρισε την ιδεολογία μου, την κουλτούρα μου, τον τρόπο ζωής μου, τις επιλογές μου. Τώρα στέκομαι αμήχανη μπροστά σ’ αυτά που γράφω και ούτε που καταλαβαίνω το λόγο που τα γράφω. Ταυτόχρονα βρίσκομαι σε ηλικιακό μεταίχμιο που πολλές φορές με οδηγεί σε σκέψεις για το νόημα όσων διάβασα και όσων έπραξα. Αν με ρωτούσε κανείς τι αποκόμισα από τα διαβάσματα θα είχα τον πειρασμό να του απαντήσω: τίποτα. Ταυτόχρονα θέλω να υπερασπιστώ τις επιλογές μιας ζωής όπου το διάβασμα ηγούνταν όλων των δραστηριοτήτων μου. Αν έγινα καλύτερη; Όχι. Απλώς άλλαξα. Δεν βελτιώθηκα. Απέκτησα βέβαια ικανότητες, όπως αποκτά και ο εργάτης της γης που τη μαθαίνει χρόνια, την ακούει, τη νιώθει. Έτσι κι εγώ νιώθω την ανάσα των βιβλίων, την μυρωδιά τους, την στιλπνότητα ή όχι των σελίδων τους.
Αν οι δικές μου αναγνώσεις έχουν σχέση με τη στάση μου απέναντι στην κοινωνία, πραγματικά δεν το ξέρω. Ξέρω μόνο ότι η όποια στάση μου από τα παιδικά μου χρόνια καθόρισε τα διαβάσματά μου. Γι αυτό έχω και τα αγαπημένα μου βιβλία, αυτά που διαβάζω και ξαναδιαβάζω και πάντα θα γυρνώ πίσω για να τους ρίχνω μια ματιά.
Εν κατακλείδι, θα μπορούσα να πω ότι η απόλαυση της ανάγνωσης είναι και κοινωνική γιατί τα εργαλεία που χρησιμοποιούμε είναι κονωνικά: εκπαίδευση, γλώσσα, στάσεις. Δεν είναι δηλαδή απολύτως μοναχική δραστηριότητα εφόσον ο αναγνώστης συνομιλεί με το συγγραφέα.
Ακόμη, η δική μας στάση επηρεάζει τις επιλογές των βιβλίων αλλά αν συμβαίνει να βοηθά η ανάγνωση το κοινό καλό, αυτό θα συνέβαινε αν υπήρχε πραγματική βελτίωση στην επαφή μας με την τέχνη. Όμως το διάβασμα δεν είναι αποκλειστικότητα των «καλών» ανθρώπων. Μαθαίνουμε πώς να χειριζόμαστε τον κόσμο των βιβλίων συμμετέχοντας σε κοινωνικές συναλλαγές, γινόμαστε μέρος ενός κόσμου που ασχολείται με τα βιβλία, πετυχαίνουμε κάποιες φορές την κοινωνική και επαγγελματική μας ανέλιξη, έχουμε έτοιμες ατάκες για λόγους εντυπωσιασμού, γεμίζουμε τα ράφια των βιβλιοθηκών μας δίνοντας το στίγμα του πολυδιαβασμένου, φροντίζουμε για τα βιβλία που θα μας συνοδεύσουν στις διακοπές μας, δωρίζουμε βιβλία τονίζοντας την πνευματική διάσταση του ανθρώπου, καίμε και αφορίζουμε βιβλία με τα οποία διαφωνούμε ιδεολογικά. Μια ολόκληρη ζωή γύρω από το διάβασμα και ένας πόλεμος για τα γραπτά των αιώνων. Και ο πόλεμος συνεχίζεται, καθώς η ανθρωπότητα βαδίζει στην αυτοκαστροφή της.
Όλα αυτά ακούγονται απαισιόδοξα αλλά κατά την άποψή μου δεν είναι. Τα βιβλία θα υπάρχουν πάντα σαν μεγάλος θησαυρός γνώσεων της ανθρωπότητας και πηγές ευχαρίστησης όσο κι αν αμφισβητείται, ακόμη κι από εμάς τους αναγνώστες, η αξία του διαβάσματος. 


"Κουλτούρα είναι αυτό που μένει όταν ξεχάσουμε ό,τι έχουμε διαβάσει" είπε ο Αντρέ Μαλρώ και ... εγκατέλειψε...


http://www.youtube.com/watch?v=DwG2lN-Bx5M






Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Το καλοκαιρινό όνειρο

Πριν πολλά χρόνια, στις αρχές των '80, υπήρχε ένα καφωδείο (ίσως και bar) στην κοιλάδα των Αγίων Αναργύρων. Ήταν από τα πρώτα μαγαζιά της περιοχής και έμελε να γίνει το στέκι μας. "Το καλοκαιρινό όνειρο του Δημήτρη" (έτσι ονομάζονταν) στέγαζε τις πολιτικές, κοινωνικές και μουσικές μας ανησυχίες.  Στη μέση της αυλής του δέσποζε ένας μεγάλος πλάτανος και τριγύρω του ήταν τοποθετημένα τρίποδα τραπεζάκια και καρέκλες καφενείου. Στα μικρά τραπεζάκια στριμώχνονταν κρύοι μεζέδες, κόκκινο κρασί, τα τσιγάρα μας, εφημερίδες, περιοδικά (Το Τέταρτο, ο Σχολιαστής) και τασάκια.  Κινητά δεν υπήρχαν τότε. Τις πολύωρες συζητήσεις δεν διέκοπταν οι ήχοι των κινητών. Το πάθος στην αναζήτηση της αλήθειας γίνονταν μερικές φορές επιθετικότητα που οδηγούσε σε έντονες αντιπαραθέσεις έως καυγάδες. Εκεί γεννήθηκαν και οι μεγάλοι μας έρωτες.  "Κυρ-Διευθυντά των δίσκων έχω ένα νταλγκά βαρύ...", "Τρελλή κι αδέσποτη", ακούγονταν από τα μικρά ηχεία και σιγοντάριζαν τους ψιθύρους, τις ματιές, τις εντάσεις, τις κουβέντες μας.  Είχαμε την παρορμητικότητα της νιότης, τους χυμούς της αθωότητας, τη χαρά της ζωής. Εκεί σχεδιάζαμε τις μέρες μας, τα ραντεβού, την ψυχαγωγία μας.  Εκεί σχεδιάζαμε τη ζωή μας. Κάθε βράδυ μας έβρισκε με το φορτίο της ημέρας και εκεί μας άφηνε πιο νέους.
Ατέλειωτες συζητήσεις για το δικαίωμα στην τεμπελιά (Λαφάργκ) για την κοινωνική συμμόρφωση, για τον "Υπηρέτη" του Τζόζεφ Λόουζι, για το σοσιαλισμό. Κονταροκτυπιόμασταν με πάθος για το απόλυτο (όπως όλοι οι νέοι) και μετά φιλιώναμε με κρασί και γέλια.
Γιατί σήμερα νοστάλγησα "Το καλοκαιρινό Όνειρο του Δημήτρη";
Είναι που αγόρασα μια κυριακάτικη εφημερίδα που είχε το σιντί του δίσκου "Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΑΣ". Τα τραγούδια του έπαιζαν συνεχώς τότε και γνωρίζαμε κάθε στίχο και κάθε λέξη. Κι αν ήταν η περίοδος εκείνη ταινία, αυτή θα ήταν η μουσική της.
Κι αν με κατηγορήσει κανείς που εν μέσω κρίσης εγώ νοσταλγώ κι όταν οι άλλοι σκυθρωπιάζουν εγώ χαμογελώ, θα τους απαντήσω:
Η νοσταλγία δεν είναι συντηρητισμός αλλά τρόπος να δούμε τα ανθρώπινα μονοπάτια και να τα ακολουθήσουμε... Να ξαναθυμηθούμε πώς ήμασταν για να προχωρήσουμε με αξιοπρέπεια στο μέλλον. Να εντοπίσουμε τις καλές μας στιγμές για να σχεδιάσουμε το μέλλον.
Η νοσταλγία είναι ο καθρέφτης της προοπτικής.



Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Στου μαντηλιού την άκρη

Η βροχή, καθώς κυλάει στα τζάμια του παραθύρου, ξεπλένει τη σκόνη του κόσμου, αφαιρεί τις λεπτομέρειες των αναμνήσεων και μας αφήνει καθαρές, λιτές, εμβληματικές εικόνες.
Κοιτάζοντας μια φωτογραφία που μου έστειλε η Δέσποινα, αναγνωρίζω σ' αυτήν τη δύναμη του συμβολισμού της.

Μαντήλι κόκκινο το ήλιο δένω στο λαιμό.
Η άκρη του μαντηλιού μου είναι δεμένη...
Το μαντήλι σου τινάζεις και θαρρώ πως με φωνάζεις...

Κι έτσι δέσαμε τη ζωή μας στη Νίσυρο με ένα μαντήλι κόκκινο! Μαντήλια δεμένα σε αγαπημένους λαιμούς, ακουμπισμένα σε δωμάτια άλλοτε σκιερά κι άλλοτε ηλιόλουστα, μαντήλια των εθελοντών της Σπηλιανής, μαντήλια των μπροστάρηδων, μαντήλια δωρισμένα, μαντήλια τραγουδισμένα, μαντήλια αγαπημένα.

Κι αν έπρεπε να αφήσω σημάδια για να μην χαθώ στη βοή της πόλης, μαντήλια θα άφηνα στο πέρασμά μου. Για να ξαναγυρίσω το επόμενο καλοκαίρι και να θυμηθώ όσα ξέχασα...