Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

ΤΑΞΕΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ



Νοστάλγησα ένα ταξείδι...
Καππαδοκία. Ιούλιος 2001 


ΚΑΙΣΑΡΕΙΑ

Στην Καισάρεια η Ιστορία βρήκε πρόσφορο έδαφος για να υπάρξει. Πόλη-σταυροδρόμι πολιτισμών, πόλη-σύνορο, πεδίο μαχών και εδαφικών διεκδικήσεων.  Άραβες, Ακρίτες του Βυζαντίου,  Σελτζούκοι Τούρκοι και  Οθωμανοί Τούρκοι μάχονται  μέσα στους αιώνες για να επικρατήσουν σ’ αυτόν τον άγονο, σκληρό τόπο, που είχε το πλεονέκτημα να είναι το πέρασμα για την Ανατολή. Ακόμη και σήμερα μας διηγείται την ιστορία της με τα μνημεία της, τους συνοικισμούς της, τα περίχωρά της και το βουνό που τη σκιάζει και τη σηματοδοτεί: τον Αργαίο, το ιερό βουνό των Ελλήνων.
Στο κέντρο της δεσπόζουν τα βυζαντινά τείχη, που χτίστηκαν την εποχή του Ιουστινιανού. Στην παλιά συνοικία των Ελλήνων και των Αρμενίων το αρχοντικό του Τζαμτζόγλου αντηχεί τα βήματα των ανθρώπων που το κατοίκησαν, απομεινάρι μιας εποχής που η ελληνική αστική τάξη άκμαζε στην Καισάρεια.
Η σύγχρονη Καισάρεια βαδίζει στο δρόμο του «εκσυγχρονισμού». Πολυκατοικίες υψώνονται σε όλες τις συνοικίες. Η τσιμεντοποίηση έχει αρχίσει και προχωρεί ακάθεκτη.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Μια μέρα ο Μπουρχάν  μας οδήγησε σε ένα μεϊντάνι της Καισάρειας. Βρεθήκαμε μπροστά σε ένα εκπληκτικό θέαμα. Ένας Χριστιανικός ναός δέσποζε στην πλατεία και μάλιστα αρκετά καλοδιατηρημένος. Ο Ναός του Αγίου Νικολάου είναι ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα. Η λιτότητά του- γνώρισμα της ελληνικής αρχιτεκτονικής, που δε θέλει φορτώματα- μας εντυπωσιάζει. Οι καθαρές του γραμμές ευχαριστούν την όρασή μας. Το τέλειο σφαιρικό σχήμα του τρούλου του γαληνεύει τη ψυχή μας. Τα υλικά οικοδόμησής του δεν είναι παρά η μαλακή πελεκημένη πέτρα της Καππαδοκίας σε σχήματα ορθογωνίων. Καμπύλες και  ευθείες γραμμές συνυπάρχουν για να υμνήσουν το Θεό και να δοξολογήσουν τη δημιουργικότητα του ανθρώπου.

ΚΑΡΑΤΖΟΡΕΝ

Σας έχει τύχει ποτέ να θέλετε να πέσετε στο χώμα και να το φιλήσετε? Αυτό, το σχεδόν άσημο χωριό της Καππαδοκίας είναι η γη των παππούδων μας, είναι η αναφορά της καταγωγής μας, η άκρη του νήματος μιας ιστορίας που ξεκίνησε πριν 78 χρόνια με την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Καθώς κατευθυνόμαστε στο Καράτζορεν, όπου μας οδήγησε ο Μπουρχάν, έχουμε κυριευτεί από την αγωνία του ανθρώπου που περιμένει την αποκάλυψη. Και η αποκάλυψη έγινε με την είσοδό μας στο χωριό. Ο απίστευτα καθαρός ουρανός, οι ζωγραφιές των συννέφων και οι λεύκες μας καλωσόρισαν μαζί με τα πρώτα σπίτια του χωριού. Αριστερά ένας μαντρότοιχος περιβάλλει ένα παλιό σπίτι . Στην πόρτα του τοίχου είναι γραμμένο με μπλε λαδομπογιά ο αριθμός ένα (1). Αυτό, όπως μας είπαν αργότερα και όπως διαπιστώσαμε κι εμείς είναι το παλιότερο σπίτι του χωριού. Στο μάνταλο της πόρτας του είναι χαραγμένο: 1912.
Μπαίνουμε μέσα με δέος και συγκίνηση. Η γιαγιά που μένει τώρα εκεί μας καλοδέχτηκε και μας άφησε να το φωτογραφήσουμε και να το βιντεοσκοπήσουμε. Αργότερα μου χάρισε και έναν κεφαλόδεσμο, σύμβολο της άριστης φιλοξενίας που μας πρόσφερε.

Η εκκλησία του χωριού έχει μετατραπεί σε τζαμί. Σώζεται ο ξύλινος άμβωνας, στον οποίο έχουν προστεθεί τα ισλαμικά σύμβολα. Ο Μπουρχάν σηκώνει ένα τεράστιο κλειδί και μας λεει: «Αυτό είναι το κλειδί της εκκλησίας σας. Μ’ αυτό θα ανοίξουμε τώρα και θα μπούμε μέσα».

Οι συγκινήσεις διαδέχονται η μία την άλλη με ρυθμό καταιγιστικό μέχρι του σημείου να μη μπορούμε να αρθρώσουμε λέξη από τη συγκίνηση. Ο καμπαναριός της εκκλησίας «μας» διατηρείται ακέραιος, στηριγμένος πάνω στην καμάρα της εισόδου στον αυλόγυρο της εκκλησίας. Στην κορυφή του φώλιασαν τα λελέκια. Η πόρτα της εισόδου έχει ελληνική γραφή, μας λέει ένα κοριτσάκι, που μας περιποιείται προσφέροντάς μας δροσιστικό αριάνι.
Πράγματι, διαβάζουμε κάποιες φράσεις γραμμένες σε καραμανλίδικη γραφή, δηλαδή τουρκική γλώσσα γραμμένη με ελληνικά γράμματα.

Το ΚΙΛΙΖ ΤΕΠΕ βρίσκεται μερικά χιλιόμετρα έξω από το χωριό. Εδώ, σε εποχές ξηρασίας γίνονταν λιτανείες από τους Ρωμιούς, που είχαν πάντα σαν αποτέλεσμα δυνατές και διαρκείς βροχές. Την ιστορία μας διηγήθηκε ο μουχτάρης (πρόεδρος) του χωριού και την επιβεβαίωσε αργότερα ο Κοσμάς ο Καλφόγλου στην Άνω Βροντού. Ανεβήκαμε στην κορυφή του Κιλίζ τεπέ κάτω από το λιοπύρι που μας έκαιγε τα πρόσωπα και κάτω από την ένταση της συγκίνησης που μας έκαιγε τη ψυχή.

Το Καράτζορεν έχει δύο ιδιαιτερότητες που το κάνουν να ξεχωρίζει από τα γειτονικά χωριά, στα οποία ζούσαν ΄Ελληνες.
1.    Το χωριό κατοικούνταν αποκλειστικά από Έλληνες σύμφωνα με τα αρχεία 
του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών και σύμφωνα με τις διηγήσεις των προσφύγων που κατάγονταν από εκεί.
2.    Η πέτρα που χρησιμοποιούσαν ως οικοδομικό υλικό δεν έχει ορθογώνιο
σχήμα, καθότι δεν υπήρχαν λατομεία στην περιοχή και χρησιμοποιούσαν την πέτρα όπως την έβρισκαν, στη φυσική της μορφή.

Καππαδόκες με καταγωγή από το Καράτζορεν υπάρχουν σήμερα στην Άνω Βροντού Σερρών, στο Χατζόμπαση των Φαρσάλων της Θεσσαλίας και μερικοί διεσπαρμένοι στην Κέρκυρα, στον Πειραιά, στην Αθήνα και στο Βόλο.

ΧΑΜΙΝΤΙΕ

Τα ερείπια των σπιτιών που εγκατέλειψαν οι Έλληνες είναι οι αδιάψευστοι μάρτυρες της μακρόχρονης παρουσίας των Ελλήνων στο Χαμίντιε.
Το Χαμίντιε ήταν και συνεχίζει να είναι κωμόπολη. Αφήνουμε την πλατεία για να περπατήσουμε στις γειτονιές. Τα ερειπωμένα σπίτια τραβούν την προσοχή μας. Ψάχνουμε για τα σημάδια της παρουσίας των Ρωμιών. Ο Τάσος ανακαλύπτει το «νταμ», δηλαδή τη στέγη ενός σπιτιού που σε ένα δωμάτιο έχει καταρρεύσει. Πρόκειται για τεχνοτροπία που απαντάται στα ελληνικά σπίτια τα οποία συνήθως δεν έχουν κεραμίδια αλλά σκεπή φτιαγμένη με πατημένο χώμα. Παραπέρα συναντάμε μια σειρά ερειπωμένων σπιτιών. Πιο κάτω ένα ξύλινο μπαλκόνι, με κιγκλίδωμα επίσης από ξύλο, στο οποίο αναρριχάται μια κληματαριά. Στην πλατεία του χωριού μπαίνουμε σε ένα κατάστημα και  παζαρεύουμε ένα ξύλινο σκαμνάκι, το οποίο δεν πουλιέται. Ο Τούρκος καταστηματάρχης μας λέει πολύ ευγενικά ότι θέλει να έχει κι αυτός ένα ενθύμιο από τον παππού του. Έχουμε την ορμή και τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου και θέλουμε να τα προλάβουμε όλα: να δούμε, να ακούσουμε, να φωτογραφήσουμε να βιντεοσκοπήσουμε, να αγοράσουμε αντικείμενα για το μουσείο του Συλλόγου. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας μερικές φορές γινόμαστε θρασείς. Την άλλη φορά ο Τάσος είχε μια φοβερή ιδέα! Να πάρουμε το καπέλο από το κεφάλι της σερβιτόρας και να τους δώσουμε χρήματα να αγοράσουν άλλο!
Γύρω από την πλατεία του Χαμίντιε βρίσκονται τα εμπορικά καταστήματα. Είναι κωμόπολη ζωντανή και διατηρεί ίσως κάτι από τα παλιά χρόνια. Όμως η απουσία των Ελλήνων δεν μπορεί παρά να προκαλέσει συναισθήματα θλίψης για τον ξεριζωμό τους
Διαβάζω σε μια φωτογραφία που εστάλη το 1926 από έναν βίαια αποκομμένο από την πατρίδα του:
‘Εν Βροντώ.         Τη 9 ‘Ιανουαρίου (1926)
Προς Πενθερόν.           Διά τον κύριον Πρόδρομον Γρηγοριάδου.

Σας ευχόμεθα να περάση-                    κουβεγινδέν.
τε της εορτές όπως επιθυ-                     Μουρβετλού καϊν
μήτε. Ο γαμβρός η Κόρη σου                 πετεριμέ σελάμ ετούπ
Ελένη και Αναστάσιος ελισάβετ              ελεριντέν πούς ετέριμ
και ο Διογένης Μιχτσόγλους

Το περιεχόμενο και η μορφή του γράμματος, η πολύ καλή ορθογραφία (ακόμη και η υποτακτική είναι γραμμένη σωστά) και η διπλή γραφή, ελληνική και καραμανλίδικη δείχνουν ότι ο αποστολέας γνώριζε ανάγνωση και γραφή και ότι φοίτησε σε ελληνικό σχολείο στο Χαμίντιε. 

ΑΓΙΡΝΑΣ

Το Αγιρνάς έχει έναν αέρα αρχοντιάς και πλούτου που αποπνέει η αρχιτεκτονική των σπιτιών του.
Εδώ οι πελεκημένες, ορθογωνισμένες, μεγάλες πέτρες είναι τα υλικά οικοδόμησης των σπιτιών. Το ξύλο είναι σχεδόν ανύπαρκτο. Ο ιστορικός Στράβωνας ονομάζει τη γη της Καππαδοκίας άξυλη. ‘Εγραψα κάπου: Άξυλη γη της Καππαδοκίας γεννάς πέτρες που σμιλεύουν αριστοτεχνικά τα παιδιά σου.
Τα αρχαιοπρεπή πλαίσια των παραθύρων, οι μετώπες, οι λεπτοδουλεμένες υδρορρόες,  οι καμάρες των θυρών, τα κορφάδια των τοίχων, όλα δείχνουν πως το Αγιρνάς άκμαζε πριν από την έξοδο των κατοίκων του. Τέτοια σπίτια είναι το αποτέλεσμα οικονομικής και πολιτιστικής ακμής. Το κορυφαίο μνημείο του χωριού είναι ο Ναός του Αγίου Προκοπίου, που εντυπωσιάζει τον επισκέπτη με το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του.

Στο Ναό του Αγίου Προκοπίου τελέστηκε για πρώτη φορά φέτος αρχιερατική λειτουργία, χοροστατούντος του Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Το εκκλησίασμα αποτελούνταν από εμάς τους προσκυνητές αλλά και από αρκετούς Τούρκους που έμειναν άφωνοι με το τελετουργικό της λειτουργίας. Μερικοί από αυτούς μάλιστα, παρακολούθησαν με πλήρη προσοχή και κατάνυξη. Η συντήρηση του Ναού έγινε με χρήματα που συγκεντρώθηκαν από έρανο του Συλλόγου Καππαδοκών Κομοτηνής «ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ». Έρανος πραγματοποιήθηκε και φέτος, στον οποίο συμμετείχαμε και ως Σύλλογος ‘Ανω Βροντούς και ως πρόσωπα.

Η υποδοχή που μας επιφύλαξαν στο Αγιρνάς ξεπερνούσε κάθε προσδοκία μας. Πρωτάρηδες εμείς, δεν προλάβαμε καν να εκδηλώσουμε την έκπληξή μας. Τα γεγονότα μας κυνηγούσαν. Οι Καππαδόκισσες της Κομοτηνής, τραγουδώντας το “gesi baglari”  ξυπνούσαν ρίγη νοσταλγίας και συγκίνησης.
Ίσως μερικές λέξεις να περιγράψουν τις στιγμές: Μπάντα, ορχήστρα, καρσιλαμάς, τραγούδια, κουτάλια, κάμερες, Πατριάρχης, τραπέζια στρωμένα με πιλάφι και αριάνι, χαμόγελα, συζητήσεις, αγκαλιές, φιλιά.
Το Αγιρνάς έγινε τόπος γιορτής και πανηγυριού για δυο μέρες, μέρες πλήρεις, απρόσμενες, συνταρακτικές, καταιγιστικές, αναπάντεχες, μέρες μοναδικές.


ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

Επισκεφτήκαμε το Τζιντζίντερε τις απογευματινές ώρες. Το μοναστήρι του Ιωάννου Προδρόμου  έχει μετατραπεί σε στρατόπεδο και έτσι δεν είχαμε την ευκαιρία να το δούμε. Όμως, περπατήσαμε στους δρόμους του για να φωτογραφήσουμε κάποια ελληνικά σπίτια. Φωτογραφίζουμε μια θύρα εξαίσιας τέχνης και για το σχήμα της και για τα υλικά της και για τα χρώματά της.
Καιρός να πιούμε έναν καφέ, καθισμένοι γύρω από το στρογγυλό τραπέζι ενός λαϊκού καφενείου και να συζητήσουμε τη σημασία αυτών που είδαμε και τις εντυπώσεις μας.

Στη Μουταλάσκη, σημερινό Ταλάς, φτάσαμε τη στιγμή που ο ήλιος βασίλευε, πέφτοντας στον ορίζοντα του υψίπεδου της Καισάρειας. Ο Ναός της Παναγίας, επιβλητικός και κυρίαρχος, μετά βίας αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου. Τα μπαρόκ στοιχεία της διακόσμησής του παραπέμπουν στη δυτική τέχνη. Στην Καππαδοκία οι ευρωπαϊκές επιρροές είναι εμφανείς κυρίως στην αρχιτεκτονική. Τα νέα ρεύματα έφταναν πολύ γρήγορα με φορείς τους εύπορους και επιχειρηματίες Καππαδόκες που είχαν τις επιχειρήσεις τους στις πόλεις που ήταν πύλες πολιτισμού: Σμύρνη και κυρίως Κωνσταντινούπολη.
Ενώ κάποτε η Μουταλάσκη ήταν το θέρετρο των Ελλήνων, τώρα παρακμασμένη αφήνεται να ξεχαστεί, να καταρρεύσει. Ο χρόνος την οδηγεί στον αφανισμό της. Ακόμη κι όταν συντηρηθεί δεν θα είναι πια η Μουταλάσκη αλλά το Ταλάς.

ΠΡΟΚΟΠΙ

Η δόμηση με την πέτρα στο Προκόπι έχει φτάσει στον ανώτατο βαθμό τελειότητας. Το μαλακό και πορώδες της πέτρας, επέτρεψε το πελέκημά της και τώρα φαντάζει λαμπερή, γλυκά ανοιχτόχρωμη και αρμονικά σχηματισμένη. Στο Προκόπι η λάμψη της Πέτρας δεν αφήνει περιθώρια στη μνήμη να εντυπώσει οτιδήποτε άλλο. Φεύγοντας από εκεί και προσπαθώντας να δώσεις μορφή στις αναμνήσεις σου, κατακλύζουν το νου σου θολωτά κτίσματα, καμάρες, παράθυρα, κατασκευασμένα με μεράκι από παλιούς μάστορες με την ανοιχτόχρωμη πέτρα, που  αλλάζει χρώμα ανάλογα με τη γωνία πρόσπτωσης των ακτίνων του ήλιου. Στο Προκόπι τα σπίτια έχουν αγκαλιάσει τη γη  και πιστεύεις ότι θα είναι εκεί αιώνια, ενωμένα με τους κιτρινωπούς λόφους,  μέχρι τη στιγμή που θα αποκαλυφθούν εξαιτίας της διάβρωσης του εδάφους. Κι ενώ φεύγεις νομίζοντας ότι έχεις δει την πόλη, στην ουσία ξέρεις ότι η πόλη σού αποκαλύφθηκε για λίγο για να ξαναγυρίσει στη ζεστή αγκαλιά της γης της Καππαδοκίας.

ΣΙΝΑΣΟΣ

Κάθε γωνιά της Σινασού είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορικής παρουσίας των Ελλήνων. Μια πόρτα με ελληνική γραφή: «Η υπομονή άριστον φάρμακον τοις υποφέρουσι», τα αρχοντικά, που τώρα λειτουργούν ως ξενοδοχεία, ο ναός Κωνσταντίνου και Ελένης στο κέντρο, ο ναός του Αγίου Βασιλείου λαξευμένος σε βράχο στη διπλανή κοιλάδα, όλα δείχνουν πως εδώ το ελληνικό στοιχείο ανθούσε. Η πόλη και τα σημάδια της παραπέμπουν σε άλλες εποχές, εποχές δόξας και μεγαλείου. Στο ναό του Αγίου Βασιλείου τα ζωηρά χρώματα των εικονογραφιών (κυριαρχούν το γαλανό και το κόκκινο) προκαλούν το θαυμασμό για τους δημιουργούς τους και μας φέρνουν στα χείλη το τροπάριο των Τριών Ιεραρχών: «Τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος, τους την οικουμένην  ακτίσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας…». Η άμπελος, σύμβολο των Χριστιανών, στολίζει το υπέρθυρο του ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, προσφέροντάς μας αισθητική απόλαυση. Στο αρχοντικό που ήπιαμε καφέ οι ψηλές καμάρες της κεντρικής αίθουσας αναπολούν τις μέρες των χορών, των γιορτών και των συγκεντρώσεων των Ρωμιών.
Η Σινασός οδηγείται στο μέλλον προικισμένη με ένα βαρύ και πολύτιμο παρελθόν.

ΓΚΙΟΡΕΜΕ – ΖΕΛΒΕ

Επισκεπτόμενοι τους λαξευμένους ναούς στα βράχια του Γκιόρεμε, η πρώτη σκέψη αφορά τη δύναμη, την πίστη, και την υπομονή  των ανθρώπων που έζησαν εδώ. Μια ολόκληρη μοναστική πολιτεία κρυμμένη μέσα σε βράχους, στις παρυφές της κοιλάδας, μαρτυρεί στον σύγχρονο επισκέπτη την πως  δεν αρκέστηκαν στην προσπάθεια για επιβίωση. Λάξευσαν τους ναούς τους, τα κελιά και τις τραπεζαρίες τους με περισσό ζήλο για να ικανοποιήσουν τις λατρευτικές τους ανάγκες. Κάθε άνοιγμα στο σώμα των βράχων οδηγεί σε μια έκπληξη. Πιο πολύ εντυπωσιάζει η εικονογράφηση γιατί είναι αδύνατο να φανταστείς πριν μπεις μέσα ότι υπάρχουν όλα αυτά μέσα στις «σπηλιές».
Απ’ το Γκιόρεμε στο Ζέλβε η απόσταση δεν είναι μεγάλη. Είναι μεγάλη η απορία μας ανθρώπου για τους γεωλογικούς σχηματισμούς που συναντούμε. Άραγε, ποιες εκρήξεις, ποια τραντάγματα, ποια λάβα, ποιες μετακινήσεις εδαφών σμίλεψαν τόσο υπέροχα αυτούς τους κώνους; Και πώς κατάφεραν η βροχή και ο αέρας να «γλύψουν» τα πετρώματα και να τους δώσουν αυτήν τη μορφή; Εδώ η φύση είναι δημιουργός πρωτόφαντων σχηματισμών που μόνο ένα καλά προσχεδιασμένο πρόγραμμα θα μπορούσε να επιτελέσει. Ίσως πάλι, η αρμονία να μην υπάρχει από μόνη της και εμείς να της δίνουμε σχήμα. Πάντως ο φωτογραφικός φακός κατέγραψε και τη συμμετρία και την αρμονία και το μέγεθος της εντύπωσής μας.
Πίνοντας τσάι στον ίσκιο μιας καρυδιάς, σκεφτόμαστε αν βρισκόμαστε ακόμη στον πλανήτη γη ή αν έχουμε προσγειωθεί σε άλλο πλανήτη.

ΚΑΡΒΑΛΗ

Μια πόλη που έχει δύο σχολεία, ένα Παρθεναγωγείο και έναν μεγαλόπρεπο ναό, έχει κάθε λόγο να θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά κέντρα του ελληνισμού της Καππαδοκίας. Το παρθεναγωγείο είναι σήμερα Ξενώνας. Η συντήρησή του, στα πλαίσια της λειτουργίας του είναι δεδομένη. Στην αυλή του σχολείου βλέπουμε το χώρο, όπου τελούνταν οι γιορτές. Λείπουν οι φωνές των παιδιών.
Ο ναός του Γρηγορίου του Θεολόγου έχει μετατραπεί και αυτός σε τζαμί.
Η Καρβάλη είναι ο τελευταίος  σταθμός του ταξιδιού μας στην Καππαδοκία.  

Η Καππαδοκία των μονόλιθων, των εκκλησιών, της πέτρας, των καβακιών, των σπιτιών με τα χάσκοντα δωμάτια, των κοιλάδων, των γεωλογικών σχηματισμών, του γαλανού ουρανού και των κάτασπρων σύννεφων, του διψασμένου για νερό χώματος, των αριστουργηματικών θυρών, της απέριττης ζωής, των γυναικών που υφαίνουν χαλιά προς πώληση, του οροπεδίου, του Αργαίου, του Χασάν Νταγ, των θρύλων, μας μάγεψε και χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη μας.

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

ΝΟΣΤΑΛΓΗΣΑ ΜΙΑ ΠΟΛΗ


Νοσταλγία για τις μέρες που το μυαλό δούλευε  με χίλια...

“Ο καμπαναριός” φέγγει για μένα

Ξαναγύρισα στην πόλη που θα στεγάσει και φέτος τη ζωή μου. Μόλις πάτησα το πόδι μου ανέπνευσα τη μυρωδιά που έχει η ατμόσφαιρα στα βόρεια πλάτη. Μου φαίνεται πως έχει τη γεύση του πάγου και το άρωμα του απόκοσμου. Η παρουσία της πανσέληνου τα κάνει όλα πιο καθαρά, πιο διαυγή, πιο κρυστάλλινα. Ίσως να είναι η δική μου διάθεση που επινοεί ανύπαρκτες καταστάσεις. Μπορεί όμως να είναι και η διαύγεια της σκέψης μου. Πάντα ήμουν ορθολογίστρια. Ήθελα να βρίσκω τη σωστή και ακριβή λέξη για τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος χώρου. Μερικοί από τους ανθρώπους που συναναστρέφομαι θεωρούν ότι η ποιητική μου διάθεση είναι αυτή που ανακαλύπτει  πολλά επίθετα για κάθε ουσιαστικό. Πόσο κατηγορήθηκε το επίθετο δεν είναι του παρόντος. Άλλα ξεκίνησα να γράφω.
Λοιπόν, όλα είναι εδώ. Οι ρεκλάμες στους δρόμους, οι κυλιόμενες σκάλες του μετρό, οι υπαίθριες αγορές όπου μπορεί κανείς να βρεί τα πάντα: λουλούδια, παγωτά, καλλυντικά, πιροσκί, τσιγάρα, βιβλία, κασέτες και cd και ότι άλλο μπορεί να ζητήσει ο σύγχρονος καταναλωτικός άνθρωπος. Αναφέρω τα συγκεκριμένα προϊόντα γιατί αυτά συνήθως με ενδιαφέρουν. Θα μπορούσα να τριγυρνώ σε όλη μου τη ζωή στους σταθμούς του μετρό και στις υπόγειες διαβάσεις. Το πολύχρωμο πλήθος με γοητεύει. Ο λούμπεν παραμονεύει μέσα μου. Παρ’ όλα αυτά είμαι κι εγώ μια μικροαστή. Με το διαμερισματάκι μου με τον αρκετά μεγάλο μισθό μου, με τις φιλοδοξίες μου, με την απατηλή   σκέψη ότι θα καλυτερεύσω τη ζωή μου αν συσσωρεύσω τόνους αντικειμένων στο σπίτι μου, με την επιθυμία να έχω  ασφάλεια, με το πρόγραμμά μου, με την αγάπη για τις “σταθερές αξίες” των μικροαστών. Ξέρετε δα: δουλειά, σπίτι, οικογένεια, παιδιά, σύνταξη και θάνατος. Το τελευταίο κανείς Δε θέλει να το σκέφτεται. Ο πεθαμένος πώς να σκεφτεί το θάνατο; Κι αν δεν είμαστε πεθαμένοι είμαστε στεγνωμένοι από κάθε χυμό ζωής. Για το μικροαστισμό γράφηκαν πολλά. δεν είμαι αυτή που θα τον αναλύσει. Μόνο που τώρα είμαι αγανακτισμένη γιατί αυτή η ζωή που ζούμε όλοι μας καθημερινά δεν μας αφήνει να δούμε όπως είπε και ο Καβάφης τα τείχη που χτίζονται γύρω μας και εμείς δεν το παίρνουμε είδηση. Έρχεται όμως η μέρα που θέλουμε να κάνουμε μια βόλτα, να περπατήσουμε στους κήπους της ψυχής μας, της καρδιάς μας, του σώματός μας και τότε πέφτουμε με τα μούτρα πάνω στο τείχος. Αδιαπέραστο, σκληρό, απελπιστικά αμετακίνητο. Αφού κουτουλάμε πάνω του και αφού διαπιστώσουμε ότι ανέλπιδα προσπαθούμε να βρούμε μια τρύπα, μια χαραμάδα για να το περάσουμε, τότε αρχίζει η σκέψη. Έχουμε και λέμε: Πρώτον, μετράμε την ενέργεια που χρειαζόμαστε για να σαλτάρουμε και να περάσουμε στους κήπους, που λέγαμε πριν. Μετά βρίσκουμε ότι το να κάνεις μια τέτοια, παράτολμη, Δε λέω, πράξη χρειάζεται περισσότερη ενέργεια απ’ όση ενέργεια χρειάζεται για να ξαναγυρίσεις στη “ζεστή σου φωλιά”.   Και γυρνάς γιατί δεν είδες τους κήπους. Αν τύχει όμως και τους δεις από μια τρύπα του τυχαίου, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν. Το ζύγισμα πρέπει να είναι ακριβέστερο, με προσέγγιση γραμμαρίων. Πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα στην αμφίβολη υπόσχεση για ευτυχία που  δεν ξέρεις συν τοις άλλοις και πόσο θα κρατήσει και στη σιγουριά αυτών που απέκτησες με τόσους κόπους και βάσανα. Η επιθυμία να περπατήσεις στους κήπους σου σε βασανίζει, γίνεται απαιτητική, ζηλιάρα ερωμένη, σε αποδιοργανώνει, σε θέλει ολοκληρωτικά δικό της. Από την άλλη δεν θέλεις να χάσεις τη τρυφηλότητα του ασφαλούς. Φοβάσαι και πανικοβάλλεσαι όταν σκέφτεσαι ότι θα γίνεις έκπτωτος του δικού σου παραδείσου που τόσα χρόνια τον περιποιόσουν και τον πότιζες για να ανθίσει την ασφάλεια, την “ισορροπία”, τη ζεστασιά. Δεν έχεις άδικο. Κανείς δεν έχει άδικο. Στο μυαλό σου τριγυρνούν σκέψεις που δεν αφορούν την επιθυμία σου αλλά την επιθυμία των άλλων. Η κόλασή μας είναι οι Αλλοι είχε πει ο Ζαν Πωλ Σαρτρ. Κάνεις σκέψεις μικρές. Τι θα πουν οι άλλοι; Πως θα αντιδράσουν; Φρίκη! Πώς θα τους αντιμετωπίσω; Έχω αρκετή τόλμη και κυρίως ενέργεια για να το κάνω;
Το ζύγισμα έγινε. Τι σου κάνει αυτή η οικονομία ενέργειας! Αυτή σου υπαγορεύει την επόμενη κίνηση. Το καινούργιο απαιτεί πάντα μεγαλύτερη ενέργεια από το παλιό. Οι περισσότεροι, λοιπόν, επιστρέφουν εκεί που τους περιμένει η καλά οργανωμένη ζωή τους, η χωρίς εκπλήξεις ροή του χρόνου. Υπάρχουν όμως και οι άλλοι, οι λίγοι, οι παρορμητικοί όπως τους λένε. Ονειρεύονται πάντα την απόδρασή τους, την ελευθερία τους. Το σώμα τους θυμάται τις μέρες της αθωότητας, η καρδιά τους χτυπάει για ζωή, η ψυχή τους αρνιέται τη συμμόρφωση, το μυαλό τους ανακαλύπτει καινούργιους δρόμους. Αυτοί που θα σκάψουν ακόμη και με το κουταλάκι το τείχος και θα βγούν έξω για να συναντήσουν  μια  μέρα απόλυτα δική τους. Μέρα απαλλαγμένη από κανόνες και προγράμματα από ενοχές και γρανάζια.
Υπάρχουν και οι τολμηρότεροι. Αυτοί που θα μείνουν για πάντα έξω πληρώνοντας το τίμημα της απόδρασης τους.
Δεν κατατάσσω τον εαυτό μου σε καμμιά κατηγορία. Συνήθως τα ενθουσιώδη σχέδια για να ζήσω όπως θέλω, ακολουθεί ο συμβιβασμός με τα δοσμένα. Κι εγώ ξαναγυρνώ στα εύκολα, στα βολικά. Δεν κατηγορώ τους ανθρώπους. Δεν έχω δικαίωμα να το κάνω γιατί πατάω σε δυο όχθες ταυτόχρονα.

Η ΦΙΛΙΑ

Η Νοσταλγία, λέξη ελληνική, βρίσκεται σε όλα τα λεξικά του κόσμου. Είναι και τίτλος ταινίας του Ταρκόφσκι. Αυτός μας έμαθε ότι η μοσταλγία δεν αφορά μόνο τους τόπους αλλά και τους τόπους της ψυχής, των ονείρων, των οραμάτων. Έτσι νοστάλγησα σήμερα μια παλιά φιλία.
Δημοσιεύω το κειμενάκι που έγραψα πριν μερικά χρόνια για μια φίλη που έχασα...
O Aριστοτέλης έδωσε στη φιλία μεγαλύτερο βάρος απ’ ότι στον έρωτα. Αν το σκεφτεί κανείς αναλυτικότερα και αποπειραθεί να ζυγίσει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα θα οδηγηθεί σε συμπεράσματα που θα αναδεικνύουν τη φιλία ως ύψιστο αγαθό.
Σκέφτομαι, λοιπόν, ότι ο έρωτας είναι μια βίαιη, οργίλη, απροσδόκητη έκφραση του ενστίκτου (σεξουαλικού) και συνήθως επενδύεται με λόγια αγάπης μέχρι να κατακτηθεί ολοκληρωτικά ο “άλλος”, να πέσει στα δίκτυα της αδηφάγου αράχνης της επιθυμίας και της ιδιοκτησίας. Μετά ακολουθεί η φθορά, που μερικές φορές έρχεται γρήγορα. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς τα πρώην ερωτευμένα ζευγάρια. Πουθενά στον κόσμο δε θα συναντήσει μεγαλύτερη ματαίωση των ονείρων απ’ αυτήν που διαπιστώνει βλέποντας τα άδεια, ψυχρά, απελπισμένα βλέμματα των πρώην αγαπημένων.  Ο έρωτας είναι η διεκδίκηση, ο ανταγωνισμός, η ζήλοτυπία, το παράπονο, η απαίτηση, τα πείσματα, ο εγωισμός, η συνεχής επαγρύπνηση, η τραγικότητα της επιζητούμενης απόλυτης ταύτισης, η δυναστεία της επιθυμίας, η ασθένεια της στέρησης, η αντιφάσεις, η αλλαγές διάθεσης ανάλογα με το ερέθισμα του αγαπημένου, το ανέφικτο να γνωρίσουμε ολοκληρωτικά ο ένας τον άλλον.
Στον αντίποδα βρίσκεται η φιλία. Μιλώ για την φιλία που δεν έχει ταπεινά κίνητρα, για τη σχέση δύο ανθρώπων που θέλουν να μοιραστούν μαζί τον κόσμο, γιατί ο κόσμος είναι όμορφος μόνον όταν τον μοιράζεσαι. Τι σημασία έχει κάθε περιστατικό όταν δεν υπάρχει ο φίλος που θα σε ακούσει να το διηγείσαι?  Τι σημασία έχουν τα πράγματα αν δε μιλήσεις για αυτά με το φίλο?
Η φιλία είναι ανάλαφρη, χαρούμενη, δεν διεκδικεί αποκλειστικότητα, αναγνωρίζει την ιδιαιτερότητα του άλλου, δεν ταυτίζει την απουσία του άλλου με την άρνηση, είναι υπομονετική, πράα, ξέρει να περιμένει, δεν απαιτεί αλλαγή της συμπεριφοράς.
Στην φιλία αποδεχόμαστε τους άλλους όπως είναι, δεν θέλουμε να τους κάνουμε “κατ’ εικόναν και καθ’ ομοίωση” μας, δεν βρίσκουμε κίνητρα στις λέξεις του φίλου, δεν αναρωτιόμαστε γιατί τάχα να μίλησε για κάτι, δεν ζούμε με τον συνεχή φόβο μήπως μας παρατήσει ο φίλος.
Μερικές από τις ωραιότερες μέρες της ζωής μου τις πέρασα με φίλους και το κυριότερο είναι ότι σχεδόν ποτέ δεν σκιάστηκαν τέτοιες μέρες από παρατράγουδα όπως αυτά των ερώτων, όπου πάντα κάτι συμβαίνει την επόμενη μέρα και χαλάει κάθε καλή στιγμή.
Τέτοια ήταν και η σημερινή μέρα. Μέρα λαμπερή, ιλαρή, πληθωρική, φωτεινή. ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ!
Μέρα της νίκης της φιλίας.