Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

ΝΟΣΤΑΛΓΗΣΑ ΜΙΑ ΠΟΛΗ


Νοσταλγία για τις μέρες που το μυαλό δούλευε  με χίλια...

“Ο καμπαναριός” φέγγει για μένα

Ξαναγύρισα στην πόλη που θα στεγάσει και φέτος τη ζωή μου. Μόλις πάτησα το πόδι μου ανέπνευσα τη μυρωδιά που έχει η ατμόσφαιρα στα βόρεια πλάτη. Μου φαίνεται πως έχει τη γεύση του πάγου και το άρωμα του απόκοσμου. Η παρουσία της πανσέληνου τα κάνει όλα πιο καθαρά, πιο διαυγή, πιο κρυστάλλινα. Ίσως να είναι η δική μου διάθεση που επινοεί ανύπαρκτες καταστάσεις. Μπορεί όμως να είναι και η διαύγεια της σκέψης μου. Πάντα ήμουν ορθολογίστρια. Ήθελα να βρίσκω τη σωστή και ακριβή λέξη για τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος χώρου. Μερικοί από τους ανθρώπους που συναναστρέφομαι θεωρούν ότι η ποιητική μου διάθεση είναι αυτή που ανακαλύπτει  πολλά επίθετα για κάθε ουσιαστικό. Πόσο κατηγορήθηκε το επίθετο δεν είναι του παρόντος. Άλλα ξεκίνησα να γράφω.
Λοιπόν, όλα είναι εδώ. Οι ρεκλάμες στους δρόμους, οι κυλιόμενες σκάλες του μετρό, οι υπαίθριες αγορές όπου μπορεί κανείς να βρεί τα πάντα: λουλούδια, παγωτά, καλλυντικά, πιροσκί, τσιγάρα, βιβλία, κασέτες και cd και ότι άλλο μπορεί να ζητήσει ο σύγχρονος καταναλωτικός άνθρωπος. Αναφέρω τα συγκεκριμένα προϊόντα γιατί αυτά συνήθως με ενδιαφέρουν. Θα μπορούσα να τριγυρνώ σε όλη μου τη ζωή στους σταθμούς του μετρό και στις υπόγειες διαβάσεις. Το πολύχρωμο πλήθος με γοητεύει. Ο λούμπεν παραμονεύει μέσα μου. Παρ’ όλα αυτά είμαι κι εγώ μια μικροαστή. Με το διαμερισματάκι μου με τον αρκετά μεγάλο μισθό μου, με τις φιλοδοξίες μου, με την απατηλή   σκέψη ότι θα καλυτερεύσω τη ζωή μου αν συσσωρεύσω τόνους αντικειμένων στο σπίτι μου, με την επιθυμία να έχω  ασφάλεια, με το πρόγραμμά μου, με την αγάπη για τις “σταθερές αξίες” των μικροαστών. Ξέρετε δα: δουλειά, σπίτι, οικογένεια, παιδιά, σύνταξη και θάνατος. Το τελευταίο κανείς Δε θέλει να το σκέφτεται. Ο πεθαμένος πώς να σκεφτεί το θάνατο; Κι αν δεν είμαστε πεθαμένοι είμαστε στεγνωμένοι από κάθε χυμό ζωής. Για το μικροαστισμό γράφηκαν πολλά. δεν είμαι αυτή που θα τον αναλύσει. Μόνο που τώρα είμαι αγανακτισμένη γιατί αυτή η ζωή που ζούμε όλοι μας καθημερινά δεν μας αφήνει να δούμε όπως είπε και ο Καβάφης τα τείχη που χτίζονται γύρω μας και εμείς δεν το παίρνουμε είδηση. Έρχεται όμως η μέρα που θέλουμε να κάνουμε μια βόλτα, να περπατήσουμε στους κήπους της ψυχής μας, της καρδιάς μας, του σώματός μας και τότε πέφτουμε με τα μούτρα πάνω στο τείχος. Αδιαπέραστο, σκληρό, απελπιστικά αμετακίνητο. Αφού κουτουλάμε πάνω του και αφού διαπιστώσουμε ότι ανέλπιδα προσπαθούμε να βρούμε μια τρύπα, μια χαραμάδα για να το περάσουμε, τότε αρχίζει η σκέψη. Έχουμε και λέμε: Πρώτον, μετράμε την ενέργεια που χρειαζόμαστε για να σαλτάρουμε και να περάσουμε στους κήπους, που λέγαμε πριν. Μετά βρίσκουμε ότι το να κάνεις μια τέτοια, παράτολμη, Δε λέω, πράξη χρειάζεται περισσότερη ενέργεια απ’ όση ενέργεια χρειάζεται για να ξαναγυρίσεις στη “ζεστή σου φωλιά”.   Και γυρνάς γιατί δεν είδες τους κήπους. Αν τύχει όμως και τους δεις από μια τρύπα του τυχαίου, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν. Το ζύγισμα πρέπει να είναι ακριβέστερο, με προσέγγιση γραμμαρίων. Πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα στην αμφίβολη υπόσχεση για ευτυχία που  δεν ξέρεις συν τοις άλλοις και πόσο θα κρατήσει και στη σιγουριά αυτών που απέκτησες με τόσους κόπους και βάσανα. Η επιθυμία να περπατήσεις στους κήπους σου σε βασανίζει, γίνεται απαιτητική, ζηλιάρα ερωμένη, σε αποδιοργανώνει, σε θέλει ολοκληρωτικά δικό της. Από την άλλη δεν θέλεις να χάσεις τη τρυφηλότητα του ασφαλούς. Φοβάσαι και πανικοβάλλεσαι όταν σκέφτεσαι ότι θα γίνεις έκπτωτος του δικού σου παραδείσου που τόσα χρόνια τον περιποιόσουν και τον πότιζες για να ανθίσει την ασφάλεια, την “ισορροπία”, τη ζεστασιά. Δεν έχεις άδικο. Κανείς δεν έχει άδικο. Στο μυαλό σου τριγυρνούν σκέψεις που δεν αφορούν την επιθυμία σου αλλά την επιθυμία των άλλων. Η κόλασή μας είναι οι Αλλοι είχε πει ο Ζαν Πωλ Σαρτρ. Κάνεις σκέψεις μικρές. Τι θα πουν οι άλλοι; Πως θα αντιδράσουν; Φρίκη! Πώς θα τους αντιμετωπίσω; Έχω αρκετή τόλμη και κυρίως ενέργεια για να το κάνω;
Το ζύγισμα έγινε. Τι σου κάνει αυτή η οικονομία ενέργειας! Αυτή σου υπαγορεύει την επόμενη κίνηση. Το καινούργιο απαιτεί πάντα μεγαλύτερη ενέργεια από το παλιό. Οι περισσότεροι, λοιπόν, επιστρέφουν εκεί που τους περιμένει η καλά οργανωμένη ζωή τους, η χωρίς εκπλήξεις ροή του χρόνου. Υπάρχουν όμως και οι άλλοι, οι λίγοι, οι παρορμητικοί όπως τους λένε. Ονειρεύονται πάντα την απόδρασή τους, την ελευθερία τους. Το σώμα τους θυμάται τις μέρες της αθωότητας, η καρδιά τους χτυπάει για ζωή, η ψυχή τους αρνιέται τη συμμόρφωση, το μυαλό τους ανακαλύπτει καινούργιους δρόμους. Αυτοί που θα σκάψουν ακόμη και με το κουταλάκι το τείχος και θα βγούν έξω για να συναντήσουν  μια  μέρα απόλυτα δική τους. Μέρα απαλλαγμένη από κανόνες και προγράμματα από ενοχές και γρανάζια.
Υπάρχουν και οι τολμηρότεροι. Αυτοί που θα μείνουν για πάντα έξω πληρώνοντας το τίμημα της απόδρασης τους.
Δεν κατατάσσω τον εαυτό μου σε καμμιά κατηγορία. Συνήθως τα ενθουσιώδη σχέδια για να ζήσω όπως θέλω, ακολουθεί ο συμβιβασμός με τα δοσμένα. Κι εγώ ξαναγυρνώ στα εύκολα, στα βολικά. Δεν κατηγορώ τους ανθρώπους. Δεν έχω δικαίωμα να το κάνω γιατί πατάω σε δυο όχθες ταυτόχρονα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου